Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Παράξενοι συλλέκτες

 


Στη ζωή μου, πάντα με ενδιέφεραν οι διάφορες συλλογές. Έτσι, κατά καιρούς, γνώρισα και μερικούς παράξενους συλλέκτες. Αυτοί δεν ασχολούνταν με συλλογές αντικειμένων, σπανίων ή παλιών. Ας εξηγηθώ, όμως, λίγο καλύτερα.

Ας αρχίσω από τον Διογένη, τον συλλέκτη συνθημάτων. Καταγράφοντας ή φωτογραφίζοντάς τα, χρόνια τώρα, από τους τοίχους που τα ανακάλυπτε, νοιώθει πια σήμερα, ότι κάτι διέσωσε. Κάποιες βουβές κραυγές, που θα τις έσβηνε ο χρόνος. Κάποιους ψιθύρους καρδιάς μοναχικούς, που δεν θα άντεχαν στους σκληρούς καιρούς. Έτσι, όμως, κατόρθωσε να δώσει κι ο ίδιος χρώμα, στην έως τώρα άχρωμη ζωή του.

Από τον Διογένη, τώρα, γνώρισα και κάποιους άλλους παράξενους συλλέκτες. Και πρώτα πρώτα, τον Ευάγγελο, συλλέκτη καλών ειδήσεων, από περιοδικά, εφημερίδες και κυρίως από το διαδίκτυο. Μάλιστα, στο τέλος, επειδή αυτές ήταν σπάνιες σε σύγκριση με τις άσχημες, προσπαθούσε να τις δημιουργήσει μόνος του. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αποδείξει, ότι υπάρχει ελπίδα για το καλό στον κόσμο.

Ύστερα, ήταν ο Αλέξανδρος, συλλέκτης σπάνιων στιγμών. Κάποιες απ’ αυτές ήταν όμορφες, άλλες τρυφερές. Μερικές, περίεργες. Άλλες, ακόμη και αλλόκοτες. Τέλος, μερικές που ήταν, απλά, σπάνιες. Όλες αυτές τις φωτογράφιζε – αν αυτό ήταν δυνατόν – ή τις κατέγραφε. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις, που σημείωνε κάποια σχόλια δικά του, ή και αυτούσια τα λόγια των εμπλεκομένων – αν υπήρχαν τέτοιοι. Τον συγκινούσε βαθειά, απ’ ότι έλεγε, αυτό το απροσδόκητο της ζωής. Αυτή η περιπέτεια, που μπορεί να σε εκπλήξει ανά πάσα στιγμή, και που σε κρατάει, μ’ αυτόν τον τρόπο, ζωντανό.

Την παρέα αυτών των παράξενων συλλεκτών συμπλήρωνε ο Ιάσων, συλλέκτης θαυμάτων. Με άλλα λόγια, όπως το όριζε ο ίδιος, όλων εκείνων των θαυμαστών γεγονότων, που δείχνουν πρόνοια και επέμβαση από κάποια ανώτερη δύναμη. Για φανέρωση, για προφύλαξη, για αποκάλυψη, για τόσα και τόσα. Από την ύπαρξη τέτοιων συμβάντων, όπως μας είχε κάποτε εξομολογηθεί, γέμιζε η ψυχή του ζεστασιά. Γι’ αυτό και τα κατέγραφε, όπως του τα εξομολογούνταν. Τον έκαναν να νοιώθει, ότι δεν είναι μόνος του. Μάλιστα τον κατέκλυζε δέος και αναριγούσε, στην πιθανότητα ανάλογων καταστάσεων και στη δική του ζωή.

Ο νέος μου γείτονας, πάντως, ο Αριστοτέλης είναι ο πιο παράξενος, παράξενος συλλέκτης που γνώρισα ποτέ. Συλλέγει, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, συναισθήματα – συνήθως δικά του. Κυρίως, μάλιστα, χαρές και λύπες. Αυτό με εξέπληξε, στην αρχή, ειδικά σε ότι αφορούσε τις λύπες. Η απάντησή του, σε σχετική ερώτησή μου, υπήρξε αποκαλυπτική: “Τα συναισθήματα, στη ζωή, είναι σαν το άρωμα των λουλουδιών. Σαν τις απαλές αποχρώσεις, την ώρα που χαράζει. Σου θυμίζουν ότι είσαι εδώ. Ειδικά, τώρα, οι χαρές κι οι λύπες είναι ότι πιο περίεργο υπάρχει. Πόσες φορές οι πρώτες δεν αποδείχθηκαν ανεδαφικές, αλλά και οι δεύτερες άστοχες. Ότι φέρνει βραχυπρόθεσμα χαρά, αύριο μπορεί να προκαλέσει λύπη και το αντίθετο. Ύστερα ας μην ξεχνάμε, ότι η – παροδική – θλίψη είναι αυτή που διαπλάθει χαρακτήρες, βαθαίνει το βλέμμα, χαρίζει εκείνο εκεί το πολύτιμο απόσταγμα που αποκαλούμε πείρα της ζωής. Κι αυτή η ίδια η ζωή έχει αποδείξει, ότι χαρά και λύπη διαδέχονται συχνά – αν όχι πάντοτε – η μία την άλλη. Σημασία έχει το πως θα τις αξιολογήσεις, τι μαθήματα θα πάρεις δηλαδή απ’ αυτές, για να χαράξεις τον δρόμο σου. Το πιστεύω, είναι και οι μεν και οι δε ανεκτίμητες. Και αυτές οι εκρηκτικές μου χαρές, αλλά και εκείνες οι λεπτές, διακριτικές μου λύπες. Όλες τις αγαπώ”.

Μετά απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, διαπιστώνω ότι έχω αναπτύξει μια ιδιαίτερη ευαισθησία, στο θέμα των παράξενων συλλεκτών. Αυτών που ανακατεύουν τη ζωή κι ανακατεύονται μαζί της, για να ανασύρουν χαμένους θησαυρούς, που ίσως δεν έπρεπε να χαθούν. Να δώσουν σημασία στο φαινομενικά ασήμαντο, να αφουγκραστούν το ανεπαίσθητο, να μεγεθύνουν το ελάχιστο. Να οξύνουν το αισθητήριο του ανθρώπου, ώστε να είναι ικανός για συγκινήσεις λεπτές και ακριβές. Αυτοί οι λάτρεις του αόρατου και του άφθαστου, εν τέλει, εκείνο που προσφέρουν είναι μια ώθηση για το παραπέρα, για το παραπάνω. Αυτοί, οι εξερευνητές των αχανών εκτάσεων της ζωής.

Μάλιστα, τώρα που το σκέφτομαι, τείνω κι εγώ να μετατραπώ σε παράξενο συλλέκτη. Σε συλλέκτη παράξενων συλλεκτών.

(Κώστας Μπούζας, 2025)

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Ο Προσκυνητής


 

Η εκκλησία ήταν άδεια. Άδεια και σκοτεινή. Τα φώτα είχαν σχεδόν όλα σβήσει, μάλλον από ώρα. Μόνο λίγα αναμμένα κεριά σιγοέλειωναν στα μανουάλια, κρατώντας ζωντανές μικρές, τρεμουλιαστές φλογίτσες.

Στεκόμουν αμήχανος εκεί, αφού πέρασα την είσοδο, και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τα συναισθήματα που μου γεννούσε το περιβάλλον. Ήταν αυτό που αντίκριζα μελαγχολική ερημιά ή σιωπή μεστή Πνεύματος; Αλήθεια, υπάρχει μέσα σ’ έναν ναό ποτέ η απουσία; “Εγώ ειμί ο Ων”, τριγυρνούσε μες στο μυαλό μου η Θεία αποκάλυψη. Ένοιωσα τριγύρω μου την παρουσία Του. Αυτή η εκκλησία, σκέφτηκα, είναι ένας ορίζοντας που σμίγουν ο Ουρανός κι η Γη.

Τότε, ήταν που αντιλήφθηκα κάτι εκεί στο βάθος, στ’ ακριανά στασίδια. Πλησίασα. Μια μορφή σκυφτή, καμπουριασμένη, ακίνητη. Κοντοστάθηκα. Αν η άψυχη ακινησία απλά μελαγχολεί, η ζωντανή τρομάζει. Περίμενα. Ο άνθρωπος αυτός φαινόταν σαν άδειος και ξεψυχισμένος – ή, μήπως, γεμάτος και εμψυχωμένος; Διακριτικά αποτραβήχτηκα. Τη στιγμή εκείνη, άκουσα απ’ τη μεριά του κάτι σαν λυγμό.

Αλήθεια, η εκκλησία δεν ήταν άδεια. Γεμάτη ήταν, τελείως γεμάτη από Ψυχή, από Πνεύμα. Από τη μια μεριά ο Θεός κι από την άλλη ο άνθρωπος. Κι η συνομιλία τους, ένας στεναγμός. Κι η ένωσή τους, πυρκαγιά.

Ο άνθρωπος, ένα αναμμένο κερί που σιγολειώνει, προσφέροντας τη δική του φλόγα, έστω κι αν αυτή είναι μικρή, ή τρεμοπαίζει. Ο άνθρωπος, κάποτε ένα παρανάλωμα στην ένωση Ουρανού και Γης. Μια ανάσα, ένας στεναγμός, ένας λυγμός. Μα και μια πίστη, μια ελπίδα, μια υπόσχεση. Κι αν το μπορέσει, μια αγάπη. Κι αυτή ποτέ της δεν στάθηκε μικρή. Αντίθετα, υπήρξε πάντοτε το παν.

(Κώστας Μπούζας, 2023)

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Μια καλημέρα σε φίλους

 


Καλημέρα κύριε Τσβάιχ. Είναι επόμενο να καλημερίζω πρώτα εσάς, αφού στέκεστε ακριβώς απέναντί μου, έτσι όπως κάθομαι στην πολυθρόνα μου. Ας μην διαμαρτυρηθούν λοιπόν οι υπόλοιποι αγαπητοί φίλοι. Θα ΄ρθει κι η σειρά τους. Εξ άλλου και σεις, αν δεν κάνω λάθος, έχετε κάποια παράπονα από μένα.

Ναι, το παραδέχομαι ότι σας έχω τοποθετήσει πολύ μακριά από τον Φιοντόρ, ενώ θα είχατε τόσα πολλά να πείτε, όπως φαίνεται κι από την τόσο γλαφυρή προσέγγιση που κάνατε στο έργο και στην προσωπικότητά του. Απολογούμαι όμως. Δε φταίω καθόλου εγώ γι αυτό. Θα ξέρετε δα την ψυχολογία του κυρίου Ντοστογιέφσκι καλύτερα από μένα. Του αρέσει η μοναξιά. Βοηθάει τόσο στον στοχασμό, στην ενδοσκόπηση της ψυχής, στην κατάδυση, βαθειά, μέσα στο υποσυνείδητο και στο ασυνείδητο. Πως αλλιώς, όμως, αυτός ο μεγάλος ψυχαναλυτής θα μπορούσε να μας αποκαλύψει, τόσο συγκλονιστικά, την πολλαπλότητα του εσωτερικού μας Σύμπαντος.

Είναι αλήθεια, βέβαια, πως τελικά δέχτηκε να τοποθετήσω κάποιον δίπλα του, κι αυτός ήταν ο Λέων Τολστόι. Σίγουρα έπαιξε ρόλο, το ότι ήταν συνοδοιπόροι στο χώρο και στο χρόνο. Και παρότι διέφεραν στον τρόπο πλησιάσματός του, τελικά ίσως τους ένωνε η αγάπη για τον άνθρωπο. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν ο Λέων που θέλησε να απελευθερώσει τους μουζίκους του, κι όταν εκείνοι αρνήθηκαν, αυτός βάλθηκε να τους μάθει γράμματα. Πάσχιζε να τους εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Τι άλλο θα περίμενε κάποιος από έναν υψηλόφρονα οραματιστή, από έναν μεγάλο κοινωνιστή, που αξιώθηκε τελικά και έγινε διδάσκαλος.

Επειδή λοιπόν η ανθρωπιά είναι αυτή που εν τέλει έχει σημασία, έχοντάς την σαν ορόσημο, τοποθέτησα λίγο πιο πέρα και τον κύριο Άντον Τσέχοφ, το λογοτέχνη ιατρό, που πέθανε στα νιάτα του από την αρρώστια που πολεμούσε, σ΄ εκείνη τη φριχτή επιδημία. Μη λογαριάζοντας πλούτη, έργο, ζωή. Πυρακτώθηκε από αγάπη κι έγινε παρανάλωμα. Άξιος…

Καλημέρα σας κι εσάς κύριε Καζαντζάκη. Έτσι όπως σας βλέπω αναλογίζομαι, μήπως ακόμη και τώρα σκαρφαλώνετε σε κάποιον πνευματικό ανήφορο. Σαν να σας νοιώθω ν΄ αμολάτε και πάλι αυτά τα κυνηγάρικα σκυλιά, όπως ονομάσατε τις αισθήσεις σας. Ίσως ακόμη και να καλείτε σ΄ επιστράτευση τους είκοσι τέσσερεις στρατιώτες – γράμματα (δικά σας τα λόγια) και να σηκώνετε πόλεμο. Δεν ξέρω, μπορεί ο Θεός να υψώνει μπροστά σας, ακόμη κι εκεί, ακόμη και τώρα, κάποιο τείχος αμφιβολίας. Έτσι, για να σας δώσει την ευκαιρία να το υπερπηδήσετε, για να μπορέσετε να φτάσετε ακόμη πιο ψηλά. Αναρωτιέμαι, άραγε έχετε δώσει την τελική αναφορά σας; Επ’ ευκαιρίας, θα ήθελα να με συγχωρέσετε αν πήρα την πρωτοβουλία να φέρω για παρέα σας, χωρίς να σας ρωτήσω, τον κύριο Σαμαράκη. Έκρινα ότι θα είχατε πολλά να πείτε. Δεν ξεχνώ ότι περιθάλψατε και οι δύο το ιδανικό της ελευθερίας, έστω κι από διαφορετική πλευρά ο καθένας. Άλλωστε όλες οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι οραματισμοί, τα σκιρτήματα, κάπου συναντιούνται. Έτσι λοιπόν συναντηθήκατε κι εσείς, εδώ δίπλα μου. Έστω και συμβολικά.

Καλημέρα σας κύριε Καμύ. Μη φοβάστε, δεν είστε για μένα ξένος. Το αντίθετο θα έλεγα. Πριν σας γνωρίσω διαισθανόμουν ότι μόνο μια ανώτερη αρχή, η Θεότητα, θα μπορούσε να είναι η απάντηση στην τραγικότητα της ύπαρξης. Κι εσύ (με συγχωρείς για τον ενικό) σ΄ αυτή μου τη διαίσθηση φόρεσες σχήμα λόγου. Δύο είναι οι πόλοι – ή τρόποι – ύπαρξης μου ΄πες. Το Ιερό και το Παράλογο. Κι ανάμεσά τους ο καταλύτης, που ΄ναι συνάμα και οδός: Η επανάσταση που οδηγεί από τον έναν στον άλλον. Ξέρεις, το ΄πα και πιο πριν, πιστεύω ότι τα μεγάλα πνεύματα συνεχίζουν για πάντα να στοχάζονται και να φιλοσοφούν. Σ’ όποια κατάσταση ύπαρξης κι αν βρίσκονται. Μακάρι κι εσύ…

Καλημέρα σας κύριε Κάφκα. Πιστεύω ότι δεν είστε πια εγκλωβισμένος, όπως υπήρξατε κάποτε. Κι αν εκεί που βρίσκεστε, αντιμετωπίσατε, κατά την άφιξή σας, κάποια Δίκη, είμαι σίγουρος ότι ο μεγάλος Δικαστής σας δικαίωσε. Εξαγοράσατε την επιείκειά του, με τον πόνο τούτης της ζωής. Ζήστε λοιπόν, πλέον, ανέμελος.

Καλημέρα σας κι εσάς κύριε Όσκαρ Ουάιλντ. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που κοπιάσατε να φέρετε ως εμένα για να μου χαρίσετε το πορτρέτο του ήρωά σας. Κι εσάς κύριε Ντίκενς, που επιστρατεύσατε τα τρομερά πνεύματά σας, για να ξορκίσετε τη σκληρότητα του κόσμου τούτου. Κι εσάς κύριε Στάϊνμπεκ, που μας προειδοποιήσατε, μέσα από το μύθο σας, τι γίνεται όταν το φεγγάρι πέφτει κι έρχεται το σκοτάδι στον κόσμο των ανθρώπων. Κι εσάς κύριε Γκόγκολ, που με διδάξατε ότι κι ένα απλό παλτό μπορεί να είναι θέμα επιβίωσης, και ακόμη το πιο σημαντικό: ότι ένας τρελός μπορεί κι αυτός ακόμη να γράψει ένα “ημερολόγιο” που αξίζει την προσοχή μας…

Καλημέρα σας κύριε Μουρ, με την “Ουτοπία” σας. Κι εσάς κύριε Όργουελ, με τη δυστοπία σας. Κύριε Καλβίνο, με τις πόλεις σας, που παραμένουν αόρατες. Κύριε Στίβενσον, με το διχασμένο ήρωά σας. Κύριε Ιονέσκο, με τον τόσο όμορφα σκιαγραφημένο μοναχικό σας άνθρωπο. Κύριε Γκαίτε, δημιουργέ του Φαουστικού συμβόλου, χαρισμένου απλόχερα σ΄ όλους τους τόπους και τους χρόνους.

Πόσοι, στ΄ αλήθεια, αγαπημένοι φίλοι υπάρχουν γύρω μου. Δεν προλαβαίνω να τους καλημερίσω έναν έναν. Έτσι, συνήθως, αρκούμαι σε μια μόνο καλημέρα, που απευθύνεται σε όλους, με μια κυκλική κίνηση του κεφαλιού, καθώς το βλέμμα μου χοροπηδάει αλαφιασμένο πάνω στις ράχες των βιβλίων. Κι ύστερα, σαν κοντοσταθεί κάπου, τραβώ απαλά και παίρνω με τρυφερότητα στα χέρια μου τον τόμο αυτόν. Ένας φίλος. Μια νέα συζήτηση μαζί του. Μια άλλη αποκάλυψη. Μια ακόμη εξομολόγηση. Ίσως και μια καινούργια αγωνία. Μια επί πλέον διδαχή. Μια ξαφνική σύλληψη. Ένα νεογέννητο όραμα ενδεχομένως. Ένα απρόσμενο όνειρο…

Κι έτσι που όλοι αυτοί οι φίλοι μου, όσες φορές κι αν τους συναντήσω, κάθε φορά μου δίνουν και κάτι ακόμη, με κάνουν στ΄ αλήθεια και αναρωτιέμαι: Μήπως άραγε δεν έχουν πεθάνει εδώ και τόσα χρόνια; Μήπως συνεχίζουν να ζουν;

(Κώστας Μπούζας, 2023)