Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Ο Προσκυνητής


 

Η εκκλησία ήταν άδεια. Άδεια και σκοτεινή. Τα φώτα είχαν σχεδόν όλα σβήσει, μάλλον από ώρα. Μόνο λίγα αναμμένα κεριά σιγοέλειωναν στα μανουάλια, κρατώντας ζωντανές μικρές, τρεμουλιαστές φλογίτσες.

Στεκόμουν αμήχανος εκεί, αφού πέρασα την είσοδο, και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τα συναισθήματα που μου γεννούσε το περιβάλλον. Ήταν αυτό που αντίκριζα μελαγχολική ερημιά ή σιωπή μεστή Πνεύματος; Αλήθεια, υπάρχει μέσα σ’ έναν ναό ποτέ η απουσία; “Εγώ ειμί ο Ων”, τριγυρνούσε μες στο μυαλό μου η Θεία αποκάλυψη. Ένοιωσα τριγύρω μου την παρουσία Του. Αυτή η εκκλησία, σκέφτηκα, είναι ένας ορίζοντας που σμίγουν ο Ουρανός κι η Γη.

Τότε, ήταν που αντιλήφθηκα κάτι εκεί στο βάθος, στ’ ακριανά στασίδια. Πλησίασα. Μια μορφή σκυφτή, καμπουριασμένη, ακίνητη. Κοντοστάθηκα. Αν η άψυχη ακινησία απλά μελαγχολεί, η ζωντανή τρομάζει. Περίμενα. Ο άνθρωπος αυτός φαινόταν σαν άδειος και ξεψυχισμένος – ή, μήπως, γεμάτος και εμψυχωμένος; Διακριτικά αποτραβήχτηκα. Τη στιγμή εκείνη, άκουσα απ’ τη μεριά του κάτι σαν λυγμό.

Αλήθεια, η εκκλησία δεν ήταν άδεια. Γεμάτη ήταν, τελείως γεμάτη από Ψυχή, από Πνεύμα. Από τη μια μεριά ο Θεός κι από την άλλη ο άνθρωπος. Κι η συνομιλία τους, ένας στεναγμός. Κι η ένωσή τους, πυρκαγιά.

Ο άνθρωπος, ένα αναμμένο κερί που σιγολειώνει, προσφέροντας τη δική του φλόγα, έστω κι αν αυτή είναι μικρή, ή τρεμοπαίζει. Ο άνθρωπος, κάποτε ένα παρανάλωμα στην ένωση Ουρανού και Γης. Μια ανάσα, ένας στεναγμός, ένας λυγμός. Μα και μια πίστη, μια ελπίδα, μια υπόσχεση. Κι αν το μπορέσει, μια αγάπη. Κι αυτή ποτέ της δεν στάθηκε μικρή. Αντίθετα, υπήρξε πάντοτε το παν.

(Κώστας Μπούζας, 2023)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου