Τι θυμάμαι; Όχι πολλά, τ’ ομολογώ. Κομμάτια σκόρπια, που έρχονται και φεύγουν σποραδικά. Κυρίως αποσπάσματα αισθήσεων, εικόνων, ήχων, γεύσεων, οσμών, αγγιγμάτων.
Να, για παράδειγμα, θυμάμαι έναν μεγάλο, τεράστιο κόσμο να με περιβάλλει. Να ήμουν τάχατε εγώ μικρός, ή μήπως ήταν άμαθη η ψυχή μου και σαν πρωτάρα σκιρτούσε, ενθουσιαζόταν και βιαζόταν ν’ απλωθεί, μα φοβόταν συνάμα κι ένοιωθε δέος μπρος στο άγνωστο; Κι ύστερα αλλάζει η εικόνα. Τα μάτια μου χαϊδεύουν δέσμες φωτός ενός ζεστού Κυριακάτικου ήλιου, που πέφτουν πάνω στο μάλλινο σκέπασμα του διπλού μεταλλικού κρεβατιού, ενώ ένα τρανζίστορ μουρμουρίζει κάποιον αγαπημένο τότε, μα ξεχασμένο σήμερα σκοπό. Πιο εκεί, πάνω σ’ ένα μικρό τραπεζάκι, μια στοίβα περιοδικά κι εφημερίδες. Και παντού μες στο δωμάτιο να πλανιέται η μυρωδιά του αρωματικού καπνού, ανακατεμένη μ’ αυτήν της φρέσκιας κρέμας και του ρυζόγαλου, που μόλις είχαν ετοιμαστεί και βρίσκονταν σε βαθειά πιάτα πάνω στο τραπέζι, στην άλλη άκρη του δωματίου. Κι η ευωδία τους να προϊδεάζει για κείνη τη λεπτή γεύση βανίλιας ενισχυμένη από μπόλικη κανέλλα. Κι εμένα τα δάχτυλά μου να χαϊδεύουν το μάλλινο σκέπασμα του κρεβατιού, εκεί που το ζέσταινε ο ήλιος, και ν’ ανατριχιάζω ολόκληρος.
Τι θυμάμαι; Πάνω απ’ όλα μια ασυγκράτητη χαρά, τόσο μεγάλη που δεν την χώραγε όλος μου ο κόσμος. Γι’ αυτό κι εγώ την αμολούσα στο παιχνίδι μου, κι αυτή, διέξοδο βρίσκοντας, αυξανόταν στιγμή με τη στιγμή, μέρα με τη μέρα, για ν’ αγκαλιάσει όλο μου το χώρο και το χρόνο, μα και τα καθημερινά αντικείμενα, και να τους χαρίσει έτσι μια διαφορετική και πολλές φορές ανώτερη υπόσταση. Ένα ξύλο γινόταν όπλο κι ένα καλάμι ξίφος. Ο δρόμος μπρος στο πατρικό σπίτι – μια ευθεία ενενήντα περίπου μέτρων – ο στίβος για δρόμους ταχύτητας κι η αλάνα – το άκτιστο οικόπεδο της γειτονιάς – το γήπεδό μας. Εκεί που μετά το σχολείο ορμάγαμε, ατίθασα, ενθουσιασμένα, ανυπόμονα παιδιά, κλωτσώντας μία μπάλα. Ήταν σαν να ζούσαμε τότε μια διαρκή έκρηξη. Για μας ο χρόνος ήταν ένα παιδί που έπαιζε.
Από κοντά ακολουθούσε κι ο Έρωτας, να γίνεται κι αυτός, στην πρώιμή του εποχή, παιχνίδι, σκέρτσο, νάζι, καπρίτσιο, χωρίς το όνομά του να αποκαλύπτει. Μια γλυκιά αναστάτωση, ένα καρδιοχτύπι, μια άγνωστη αίσθηση έλξης. Κι από κοντά τα κορίτσια, τα ντροπαλά, τα χαρούμενα. Τα κορίτσια με τα χαμηλωμένα, συνωμοτικά τους βλέμματα, με τα δειλά τους χαμόγελα και τα αδιόρατα μηνύματα, ν’ αφήνουν για μια στιγμή ακαθόριστες υποσχέσεις για κάτι άγνωστο, ασχημάτιστο ακόμη, παρ’ όλα αυτά όμως μαγικό.
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη. Μορφές οικείες, αγαπημένες, χαμένες από καιρό, παρ’ όλα αυτά να επιμένουν να κρούουν θύρες της μνήμης, καλά προστατευμένης απ’ τους δίσεκτους καιρούς. Πόση θαλπωρή, τι νοσταλγία… Μήπως άραγε αυτενεργούν; Μήπως νοιώθουν ότι μπορούν ακόμη να προσφέρουν τη σκέπη της προστασίας τους, ή έστω μια ανάσα, μια αίσθηση, ένα σκίρτημα; Συμπαραστάτες; Παρόντες μάρτυρες; Παντοτινοί συνοδοιπόροι; Μήπως μέλη μιας κοινωνίας ενός ατέρμονος παρόντος, πασχίζουν να μας δείξουν ότι, όπως έχει ειπωθεί, ο χρόνος είναι βασιλιάς χωρίς βασίλειο;
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη που δεν ξεχνώ. Εκείνη εκεί τη βιασύνη μου να προχωρήσει η ζωή, να λυθεί η μαγεία. Μια ασυγκράτητη λαχτάρα γι’ αυτό το σήμερα που νοσταλγεί το τότε...
(Κ. Μπούζας, 2023)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου