Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Μια ιστορική αναδρομή μέσα στο χρόνο για την πιο σημαντική αντρική φροντίδα: Το ξύρισμα


1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΥΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΞΥΡΙΣΜΑΤΟΣ

Για τους Αρχαίους Έλληνες (όπως και άλλους αρχαίους λαούς) η μακριά κόμη θεωρούνταν στολίδι και ένδειξη λεβεντιάς.

Το επάγγελμα του κουρέα είναι γνωστό πριν από τον 5ο αιώνα π.χ.
Παλαιότερα, στους αρχαίους χρόνους συνηθιζόταν η γενειάδα.

Στους Αρχαίους και Βυζαντινούς άρεσε το «κατσάρεμα» της γενειάδας. (Οι τελευταίοι μάλιστα περιποιούνταν τα γένεια τους με λάδι και χέννα και τις κατσάρωναν με καυτό σίδερο).

Μόνο ο Μ. Αλέξανδρος κατήργησε την γενειάδα με την δικαιολογία ότι στη μάχη οι εχθροί τους έπιαναν απ’ τα γένια.

Αργότερα (νεώτερη εποχή), η ανέχεια ανάγκασε πολλούς να κουρεύονται μόνοι τους με τα «φραγκοψάλιδα» και να ξυρίζονται με καλά ακονισμένα μαχαίρια.

Στην αρχή τα κουρεία ήταν υπαίθρια. Τα πρώτα μόνιμα κουρεία (Μπαρμπεράδικα), έκαναν την εμφάνισή του στις αρχές του 20ου αιώνα (στην Θεσσαλονίκη αυτά στήθηκαν από καλάμια).

Οι μπαρμπέρηδες έκαναν και άλλες δουλειές (Γιατρός αισθητικός, εξαγωγή δοντιών εξαγωγή δοντιών, έβαζαν βδέλλες για αφαίμαξη, έκοβαν βεντούζες, καταπλάσματα στο στομάχι κ.λ.π.).

Πολλοί μπαρμπέρηδες έστηναν πρόχειρο πάγκο έξω από χάνια και μαγειρεία.

Στα 1918 άρχισαν να εκδίδονται οι πρώτες αστυνομικές διατάξεις που ρύθμιζαν την υγιεινή και την καθαριότητα των κουρείων.

2. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΥΡΑΦΙΟΥΗ χρήση του ξυραφιού ανάγεται στην Μινωική εποχή.

Οι Αρχαίοι Έλληνες το ονόμασαν ξυρό και μιλάει γι’ αυτό ο Όμηρος.Τα μινωικά ξυράφια είχαν λεπίδα τραπεζοειδή, τριγωνική ή καμπύλη. Η σημερινή μορφή των ξυραφιών (κλασσική λεπίδα που διπλώνει μέσα στην λαβή) ανάγεται στον 16ο αιώνα μ.Χ. Η λαβή τους είναι ξύλινη, κοκάλινη, μεταλλική ή από βακελίτη ή συνθετικό κόκαλο αργότερα.



3. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΞΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ Όπως είπαμε από τον 16ο αιώνα, υπήρχαν οι λεπίδες, όπως τις ξέρουμε σήμερα . Ήταν λεπίδες που δίπλωναν μέσα στην λαβή σε ειδική εγκοπή.



Τον 19ο αιώνα δημιουργήθηκε μία «κοντή»λεπίδα (το πρώτο ξυραφάκι), διατομής όπως και η έως τώρα λεπίδα.

Παράλληλα δημιουργήθηκαν μηχανικές διατάξεις ( οι πρώτες ξυριστικές μηχανές) για να τοποθετείται αυτό (το ξυραφάκι κρατιόταν στην μηχανή με βίδες, ελάσματα, μανταλάκι κ.λ.π.).


Στις αρχές του 20ου αιώνα, δημιουργήθηκε το ξυραφάκι μιας κόψης, που όμως διέφερε από το προηγούμενο, στο ότι ήταν ολόκληρο λεπτό.

Με πολύ μικρή χρονική διαφορά δημιουργήθηκε και το ξυραφάκι δύο κόψεων σε διάφορους τύπους. Από αυτά τα δύο, το μεν πρώτο διατηρήθηκε μέχρι την 2ηδεκαετία του 20ου αιώνα, ενώ το δεύτερο μέχρι σήμερα.

Παράλληλα δημιουργήθηκαν και οι ανάλογες μηχανές.

Πάντως πολλές συσκευασίες μηχανών 1ης και 2ης γενιάς περιελάμβαναν επί πλέον και διατάξεις, που με το ίδιο ξυραφάκι λειτουργούσαν σαν κλασσικές λεπίδες.


Σαφής στόχος για να μην αποστερηθεί ο χρήστης της ξυριστικής μηχανής από τον «ρομαντισμό» της λεπίδας.

3. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΞΥΡΑΦΙΟΥ – ΞΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ16ος αιώνας. Η κλασσική λεπίδα ξυρίσματος που διπλώνει σε στέλεχος. Μέχρι σήμερα.

19ος αιώνας. Η λεπίδα γίνεται κοντή και τοποθετείται σε ειδική μηχανική διάταξη. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

20ος αιώνας. Ξυραφάκι μιας κόψης, λεπτό για πρώτη φορά. Μέχρι την 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Ανάλογα μετατρέπεται και η ξυριστική μηχανή.

20ος αιώνας αρχές. Ξυραφάκι 2 κόψεων.
Μέχρι σήμερα. Ανάλογη και η ξυριστική μηχανή.

4. ΚΙΝΗΤΡΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΞΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣΠοιο όμως υπήρξε το κίνητρο για την κατασκευή της ξυριστικής μηχανής, που θα αντικαταστούσε σε μεγάλο βαθμό την πατροπαράδοτη λεπίδα;

Μια ένδειξη που γραφόταν σε όλες σχεδόν τις μηχανές 1ης γενιάς και στις περισσότερες της 2ης γενιάς, (στην 3ηγενιά η ένδειξη πια αναγράφεται σπάνια, διότι στον βαθμό που επικρατούσε η ξυριστική μηχανή έναντι της λεπίδας εξέλιπαν και οι λόγοι προπαγάνδας), δίνει την απάντηση. Η ένδειξη αυτή «SAFETY RAZOR» παρέχει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ξυριστικής μηχανής έναντι της λεπίδας.

Πράγματι η ξυριστική μηχανή είναι ασφαλής σε σύγκριση με την λεπίδα, γιατί μ’ αυτήν κινδυνεύει κάποιος απλά να κοπεί, ενώ με την δεύτερη μπορεί κυριολεκτικά να σφαγεί (λαρύγγι, αρτηρίες κ.λ.π.). Ο κίνδυνος βέβαια αφορούσε τόσο αυτόν που την χρησιμοποιούσε, όσο κα άλλα μέλη της οικογένειας. Ασφάλεια λοιπόν παρείχε η νέα εφεύρεση.
Στην εξέλιξή της τώρα η ξυριστική μηχανή έδωσε την ευκαιρία διαρκών κερδών στις εταιρείες, αφού τα ξυραφάκια 2ης και 3ης γενιάς ήταν αναλώσιμα, φθείρονταν και έπρεπε να ανανεώνονται. (Της 1ης γενιάς, όπως είπαμε, ήταν στην ουσία μικρές λεπίδες, ανθεκτικές που θεωρητικά διαρκούσαν στο βάθος του χρόνου όσο και οι λεπίδες).

5. ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΑ ΜΗΧΑΝΩΝ 3ΗΣ ΓΕΝΙΑΣ Εκεί που οι μηχανές γνωρίζουν μια άνθηση και έκρηξη ποικιλομορφίας είναι η 3η γενιά. Έχοντας πλέον καθιερωθεί, προσπαθούν να προσελκύσουν τους πελάτες με μια πολυμορφία αλλά και συνεχή διαφοροποίηση των λειτουργικών τους χαρακτηριστικών.

Αυτή η διαφοροποίηση αφορά:

α) Στο σχήμα του ξυραφιού (και φυσικά της ξυριστικής μηχανής). Αυτό γίνεται στρογγυλοποιημένο στις άκρες (για να αποφεύγεται το κόψιμο). Γίνεται ακόμη πλάγιο (προφανώς για τον ίδιο λόγο). Αποκτά σχισμή στη μέση (και όχι τρύπες), πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα ανθεκτικότερες ξυριστικές μηχανές.

β) Στο υλικό της ξυριστικής μηχανής. Μεγάλα τμήματα αυτής κατασκευάζονται από βακελίτη, με επιδίωξη την ελάττωση του βάρους. (Μετά τα μέσα του 20ου αιώνα κάνει δειλά την εμφάνισή του και το πλαστικό, που χρησιμοποιείται όμως πάρα πολύ μετά το 1970).

γ) Στο υλικό της συσκευασίας. Το κουτί της ξυριστικής μηχανής γίνεται ξύλινο, βακελιτένιο, ακόμη και χαρτονένιο με επιδίωξη και πάλι το βάρος.

δ) Στο σχήμα της ξυριστικής μηχανής και κυρίως της λαβής. Η λαβή γίνεται κοντή, αλλά γρήγορα το μοντέλο εγκαταλείπεται ως μη λειτουργικό.



Στα πλαίσια πάντα της προσπάθειας μείωσης του μεγέθους, ανακαλύπτεται η μηχανή με την συναρμολογούμενη λαβή από 2 ξεχωριστά κομμάτια.

ε) Στον τρόπο λειτουργίας της ξυριστικής μηχανής. Το άνοιγμα της ξυριστικής μηχανής γίνεται πια και με περιστροφή βίδας (π.χ.GILLETTE με 2 πορτάκια ή καπάκι με την μακριά βίδα).

Επίσης εφευρίσκεται η ρύθμιση της μηχανής με περιστρεφόμενο αριθμημένο δίσκο (GILLETTE).

6. ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΞΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ Η ξυριστική μηχανή στο σπίτι αποθηκεύεται στο μεγάλο ξύλινο κουτί, μέσα στο οποίο υπάρχουν και τα άλλα παρελκόμενα π.χ. σαπούνι, πινέλο, μπολ για σαπουνάδα, στικ για τα κοψίματα, ξυραφάκια, καθρεφτάκι, κολόνια κ.λ.π. Παράλληλα όμως εξελίσσονται και τα σετ ταξιδιού της εποχής.

Δερμάτινες θήκες που περιλαμβάνουν (εκτός της μηχανής) καθρέφτη, θήκη για σαπούνι, θήκη για κολόνια, πινέλο, μπολ για σαπουνάδα, πολλές φορές οδοντόβουρτσα και νυχοκόπτη κ.λ.π. Η θήκη αυτή την μεταγενέστερη εποχή μετατρέπεται σε πλαστική.

7. ΤΟ ΑΚΟΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΞΥΡΑΦΙΩΝΝαι, τα ξυραφάκια ήταν πάντα ακριβά και ναι τα ξυραφάκια ακονίζονταν. Άσχετα με το αν το αγνοεί ο πολύς κόσμος, ο οποίος νομίζει ότι ακονίζονταν μόνο οι λεπίδες, τα ξυραφάκια και των 3 γενεών κι αυτά ακονίζονταν.



Οι σχετικές μηχανές τα ακόνιζαν σε πέτρα, σε δέρμα, σε μέταλλο, ακόμη και σε γυαλί. Επιδίωξη να διαρκέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο. Υπάρχει σχετική διαφήμιση της Ελβετικής εταιρείας ALLΕGRO που υπόσχεται διάρκεια ξυραφιού ενός χρόνου. Βέβαια οι φτωχότεροι μη μπορώντας να αγοράσουν τέτοιες μηχανές, ανακάλυπταν δικές τους «πατέντες», όπως το τρίψιμο του ξυραφιού, που κρατιέται ανάμεσα σε δύο δάχτυλα, στο εσωτερικό ενός γυάλινου ποτηριού.

Η ακρίβεια εξάλλου των ξυραφιών δικαιολογεί την «αξυρισιά» πολλών την εποχή εκείνη, ή την συνέχιση του ξυρίσματός τους με την παραδοσιακή λεπίδα που ακονίζονταν κατά κανόνα σε πιο απλές συσκευές (λωρίδες δέρματος κυρίως ή καραβόπανου ή κατάλληλες πέτρες).

Οι κατασκευαστές ξυριστικών μηχανών απάντησαν με απλές δερμάτινες λωρίδες που τις ενσωμάτωναν μέσα στην συσκευασία πολλών ξυριστικών μηχανών. Γενικά όλη η ιστορία της ξυριστικής μηχανής και των παρελκομένων της, μπορεί να διαγραφεί σαν ένας αγώνας δρόμου μεταξύ των εταιρειών για την απόκτηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων και την συνεπαγόμενη προσέλκυση του υποψηφίου πελάτη. Παράλληλα βέβαια κατασκευάζονταν και «ακονιστήρια» για τις κλασσικές λεπίδες που ποτέ δεν καταργήθηκαν.

8. ΑΞΕΣΟΥΑΡ – ΜΙΚΡΟΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑΌπως αναφέρθηκε και παραπάνω, υπήρξε ένα πλήθος αξεσουάρ και μικροαντικειμένων, που είτε συμπεριλαμβάνονταν στη συσκευασία της ξυριστικής μηχανής, κάνοντάς την πιο ελκυστική, είτε πουλιόταν ανεξάρτητα.



Αναφέρονται χαρακτηριστικά: μικρές λωρίδες ακονίσματος, κάλυμμα της κεφαλής της ξυριστικής μηχανής για αποφυγή ατυχημάτων, μεταλλικές θήκες ξυραφιών, θηκούλα για στικ για κοψίματα, πανιά για σκούπισμα εξαρτημάτων, βουρτσάκια για τον καθαρισμό της ξυριστικής μηχανής (συνήθως σε δερμάτινες θήκες . Ακόμη ειδική συσκευή μικρού μεγέθους για το κόψιμο των τριχών της μύτης κ.λ.π.

9. ΤΟ ΞΥΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ (ΞΥΡΑΦΑΚΙΑ ΧΥΜΑ) Όπως ήδη είπαμε τα ξυραφάκια ήταν ακριβά, όπως όλα σχεδόν τα είδη κάποτε. Για τον λόγο αυτό και για να μπορούν να ανταποκριθούν οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, κυκλοφόρησαν τα χύμα ξυραφάκια.




Η συσκευασία ήταν χαρτονένιο κουτί των 100 ξυραφιών. (Χαρακτηριστικό είναι, ότι αυτό ήταν σύμφωνο με το πνεύμα της εποχής, αφού και άλλα είδη (π.χ. τσιγάρα) κυκλοφορούσαν και χύμα). Στην φωτο. ένα τέτοιο κουτί με ξυραφάκια χύμα μάρκας STELLA από την SOLINGEN.

10. ΜΕΤΑ ΤΟ ΞΥΡΙΣΜΑ (ΞΥΡΑΦΑΚΙΑ ΓΙΑ ΑΛΛΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ) Ξαναγυρνώντας στο θέμα της ακρίβειας των ξυραφιών, πρέπει να σημειώσουμε κάτι ενδεικτικό. Αφού τα ξυραφάκια είχαν υποστεί με την πολλή χρήση και τα πολλά ακονίσματα μεγάλη φθορά, παρόλα αυτά δε πετιόταν. Χρησιμοποιούνταν σε άλλες συσκευές (π.χ. ξύστρες μολυβιών και διάφορα εργαλεία), στις οποίες δεν απαιτούνταν η τέλεια λεπίδα που απαιτείται για το ανθρώπινο πρόσωπο.



Αυτά σε μια εποχή που τίποτα δεν πήγαινε χαμένο και τίποτα δεν πετιόταν. (Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα σκαλίσματος της γκλίτσας ή άλλων εργασιών με παλιές λεπίδες που ήταν ακατάλληλες πια για ξύρισμα). Στην φωτ. τρεις ξύστρες για μολύβια, στις οποίες χρησιμοποιούνταν ξυραφάκια.

11. ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ - ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ Από την δεκαετία του 1950 περίπου αρχίζει και η ιστορία της ηλεκτρικής ξυριστικής μηχανής.



Ο πρόγονός είναι η κουρδιστή ξυριστική μηχανή, που εξελίσσεται σε ηλεκτρική .

Μια κρίσιμη καμπή τώρα στην ιστορία της ξυριστικής μηχανής υπήρξε η χρησιμοποίηση του πλαστικού σαν υλικό κατασκευής. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι αυτό συνέβη σε ένα πλήθος αντικειμένων, αλλάζοντας τις ως τότε συνήθειες.

Έτσι από τις δεκαετίες του 1940 και 1950, αρχίζει δειλά στην αρχή και ραγδαία αργότερα η χρησιμοποίηση διαφόρων πλαστικών ουσιών. Χαρακτηριστική και η διαφήμιση και το prospectus της πρώτης από αυτές τις μηχανές, που ούτε λίγο ούτε πολύ θριαμβολογεί για την νέα εξέλιξη.

Μία ακόμη εξέλιξη, που συμβαίνει παράλληλα στην νεώτερη εποχή, είναι μια όλο και μεγαλύτερη εισβολή ξυραφιών, διαφορετικών από τα παραδοσιακά. Έτσι πολλές φορές η μηχανή «παίρνει» ξυραφάκι αυτόματα από ένα κουτί με μια κίνηση (π.χ. SCHICK ή GILLETTE ή EVER SHARP).

Το ξυραφάκι εξάλλου από μονό γίνεται διπλό (GILLETTE GII) (ή και στα τέλη του 20ου αιώνα και τριπλό και το 2004 τετραπλό.

Παράλληλα με το πλαστικό. Σαν υλικό κατασκευής χρησιμοποιήθηκε ευρέως και το αλουμίνιο, αλλά με «κλασσικά» εδώ ξυραφάκια.

Αν θέλαμε να αξιολογήσουμε την εισβολή των νέων αυτών υλικών και ειδικά του πλαστικού (το οποίο και κυριαρχεί αποκλειστικά στην αγορά σήμερα), θα λέγαμε ότι είχε σαν αποτέλεσμα την παραγωγή της φτηνής ξυριστικής μηχανής, ακόμη και αυτής της μιας χρήσης (BICK, GILLETTE).

Παράλληλα όμως, όπως άλλωστε συνέβη και σε άλλα πράγματα, αποστέρησε τον άνθρωπο από ένα «προσωπικό» του αντικείμενο. Αντικείμενο το οποίο ήταν δικό του και το έβλεπε για μια ζωή,το χρησιμοποιούσε, το φύλαγε, το καθάριζε και τελικά το αγαπούσε, Αν αυτό έπρεπε εν τέλει να γίνει, είναι σήμερα θέμα μόνο της Ιστορίας.

Φωτογραφίες από την προσωπική συλλογή του συντάκτη του άρθρου:






























































































































(Κ. Μπούζας, 2013)

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ


- Εξουσιαστές, κατακτητές, νεοταξίτες,
  πολέμου έμποροι, αγύρτες και προφήτες,
  ψηλά καπέλα με γραβάτες και επωμίδες,
  αλήτες δούλοι τους, πιστές τους παλλακίδες,
  στήσαν χορό σε μια σκηνή
  και πίσω εμείς ανώνυμοι μα τραγικοί κομπάρσοι,
  με ρόλο βαρυσήμαντο.
  Πράξη να κάνουμε αυτά που υπάρχουν στο χαρτί.
  Σαν τον χορό σ' αρχαία τραγωδία, μια άτη ψάχνουμε
  κι ας είναι καταλυτική,
  θα είναι έξω απ' όλα όσα έχουνε προβλέψει,
  και τότε ίσως να κοπεί αυτή η ανεξέλεγκτη ροή.
  Και το ευχόμαστε, όλοι εμείς,
  οι ανώνυμοι μα τραγικοί κομπάρσοι…..


- Ο Χουάν κιθάρα δεν θα παίξει πια.
- Ο Ούλοφ αγνοείται.
- Ο Πάολο ξεψύχησε με μία σφαίρα στην καρδιά.
- Ο Πήτερ αγνοείται.
- Του Στράτου όλα τα ενθύμια κουβάλησα στο σπίτι του μια μέρα.
- Ο Αντρέϊ αγνοείται.
- Ο Ζισκάρ σε ένα ξαφνικό βομβαρδισμό
  κάτω απ' τα ερείπια  το τρόμο αποχαιρέτησε.
- Ο Γιόχαν αγνοείται.
- Ο Γιώργος ο καλαμπουρτζής μας άφησε
  με την απόγνωση στο βλέμμα να χορεύει.
- Ο Στήβεν αγνοείται.

  Οι βιομηχανίες όπλων ακόμα έχουν απόθεμα,
  Ρώυτερ, 7 Μαρτίου, Ουάσιγκτον.
  Λαοί αγωνιστείτε......

- Μες στα απέραντα χωράφια κάποιων ανώριμων καιρών,
  σαν γεωργός ο θάνατος θερίζει τους καρπούς της άγνοιας μας…...

- Είναι μια ζάλη ομαδική που ξαναζεί μέσα σ' ανώριμους καιρούς.
  Είναι υστερία που στερεύει το μυαλό από κρυστάλλινες μορφές.
  Είναι μια αρρώστια φοβερή που ΄χει ολότελα το κόσμο κυριέψει….

- Μια νύχτα καταλυτική χωρίς αρχή και τέλος.
  Μια λάμψη εκτυφλωτική χωρίς πηγή και δέκτη.
  Και ο καρπός κάποιων ανώριμων καιρών
  χωρίζεται σε άπειρα κομμάτια.
  Σαν θραύσματα από γυαλί που τρίζουνε
  στο πάτημα του ανύποπτου διαβάτη.
  Σαν ψίχουλα ασήμαντα,
  περιστεριών κυνηγημένων πρόχειρη τροφή.
  Σαν σκόνης μόρια που το αγέρι
  στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σκορπίζει......

- Και μόλις τώρα ξαναζεί
  με φόντο το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού
  ένας ρυθμός ουράνιος.
  Κι είναι ύμνος αθάνατος….

  Ειρήνη.
  Ιδέα αρχέγονη στο νου.
  Μορφή απρόσιτη στο βλέμμα.
  Ειρήνη.
  Ανάσα μιας στιγμής χωρίς αρχή και τέλος.
  Μοναχικό λουλούδι χαμένο στον λαβύρινθο της πόλης.
  Χλωμή ακτίνα με φόντο κάποια σύννεφα μαβιά.
  Ειρήνη.
  Λευκή εικόνα περαστικών περιστεριών.
  Στεφάνι φωτεινό σε κάθε λιόστεμμα.

  (Κώστας Μπούζας : ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)
  Βραβείο Ομήρου Παγκόσμιου Ποιητικού Διαγωνισμού
  Αμφικτυονίας Ελληνισμού, 2007.  

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΥΖΑ (Αναφορά στο έργο του)

Υπάρχει ένας κοινός τόπος για τους ποιητές.
Σε τούτη την πατρίδα βρίσκουν τη θέση τους το ιδεατό και το ιδανικό, η αγάπη και η ανθρωπιά, το όραμα και το όνειρο. Κάθε ιδέα υψηλή και κάθε κραδασμός ψυχής λεπτοφυής, που καρτερούν σχήμα λόγου να τους δώσεις και να τα κάνεις κτήμα ανθρώπων ες αεί.
Σε τούτη την Καβαφική των ιδεών την πόλη, πολίτης και εγώ, προσπάθησα σε λέξεις να χωρέσω την ψυχή μου και περπάτησα στους δρόμους της…..
Παράλληλοι Δρόμοι
Μην το πειράξεις τ' όνειρο,
γιατί είναι τόσο εύθραυστο,
αφού το φτιάχνει το μυαλό,
καθώς χορεύει παίζοντας.
Θάναι μεγάλο το κακό που έχεις κάνει.

Μην το πειράξεις τ' όνειρο,
γιατί είναι το ιδεατό
κι άμα θα λείψει ξαφνικά,
δεν θα υπάρχουν είδωλα.
Θάναι μεγάλο το κακό που έχεις κάνει.

Στον ουρανό το βλέμμα έστρεψα και αστεριών που έσβηναν υπήρξα…..
Αυτόπτης Μάρτυς.
Ένα αστέρι απόψε σβήνει.
Μη λυπηθείς.
Κάθε ζωή έχει μια αρχή και ένα τέλος,
δε θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση τα άστρα.
Κι εξ' άλλου σκέψου,
το φως τους κάνει χρόνια για να φτάσει ως εδώ.
Ίσως και από πριν ακόμα, όταν το πρωτοαντίκρυσες,
ήδη νάταν νεκρό........

Ήταν τότε που έκλαψα με…..
Σιδερένια δάκρυα
Μ' έλιωσαν σε χυτήριο,
μ' έριξαν σε καλούπια.
Με χτύπησαν στ' αμόνι.
Με διαμόρφωσαν........
Άραγε αμετάκλητα;
Πάντοτε υπάρχει η φλόγα του οξυγόνου,
ή κάτι σαν κι αυτήν.

Μα της ζωής η μάνα θάλασσα, μου χάρισε κουράγιο σ΄ένα….
Τοπίο
Έχεις ποτέ προσέξει τα κύματα;
Υψώνονται σα θεότητες, που τότε μόνο και για μια στιγμή
συνείδηση αποκτούν της δύναμής τους.
Άλλοτε γκρίζα, άλλοτε πρασινωπά, μα πάντα απειλητικά.
Σίγουρα κάτι νοιώθεις τη στιγμή
που με μανία συναντιούνται εδώ στους βράχους,
για να τους σκάψουν ακόμα πιο βαθειά.
Όταν αργότερα θα διπλωθούν νωχελικά αποχωρώντας,
προσπάθησε να δεις στο αντιφέγγισμα του ήλιου,
κάποιες μικρές σταγόνες που ξέμειναν στου βράχου τις αιχμές.
Εγώ αυτές λατρεύω.

Έτσι, με νέα απαντοχή  δυναμωμένος, για τα μεγάλα νοιάστηκα. Γι αυτά τον κόσμο που δονούν. Την εύθραυστη….
Ειρήνη
Ιδέα αρχέγονη στον νου.
Μορφή απρόσιτη στο βλέμμα.
Ειρήνη.
Ανάσα μιας στιγμής χωρίς αρχή και τέλος.
Μοναχικό λουλούδι χαμένο στον λαβύρινθο της πόλης.
Χλωμή ακτίνα με φόντο κάποια σύννεφα μαβιά.
Ειρήνη.
Λευκή εικόνα περαστικών περιστεριών.
Στεφάνι φωτεινό σε κάθε λιόστεμμα.

Την αγάπη και τα….
Φαινόμενα ψυχής
Είναι αστέρια οι ψυχές μας, είπανε, απρόσιτα,
έτη φωτός το ένα από το άλλο αφού απέχουν.
Τότε κι εμείς ταχύτητα αγάπης αναπτύξαμε
και την ενότητα του Σύμπαντός μας κατορθώσαμε.

Τους νόμους της αέναης κοσμικής ανταπόδοσης. Το….
Αντιπεπονθός
Με το δικό μου έλεος, εξαγοράζω έλεος.
Με την αγάπη μου, αγάπη εκμαιεύω.
Με συγκατάβαση, λάθη εξαργυρώνω
και δικαίωμα θεμελιώνω σε ευχή
.
Την ενατένιση, της ίδιας της εφήμερης ζωής. Μια…
Αθέατη διαδρομή
Στης αβύσσου το κατασκότεινο φρέαρ
του ανελκυστήρος το κατάφωτο δώμα
κατάμεστο ελπίδων ανέρχεται.

Πόσο αργά προσπερνά τους ορόφους.
Μακριά η κορυφή είναι ακόμα.
Η λαχτάρα μου στα ύψη εκτοξεύεται.

Και ο στόχος δικαιώνει τον δρόμο.
Και η στάση στο ύψιστο σημείο.
Η ψυχή μου σπαρταρά από δύναμη.

Και η κάθοδος στο φρικτό τούτο φρέαρ.
Του ανελκυστήρος το κατάφωτο δώμα
τρυφερά αγκαλιάζει τις μνήμες μου.

Πόσο γρήγορα οι όροφοι φεύγουν.
Πόσο λίγο το ταξίδι κρατάει.
Η καρδιά μου ραγίζει αδύναμη.

Και  στης παύσης την έσχατη ώρα
σκοτεινό του ανελκυστήρος το δώμα
με  το φρέαρ της αβύσσου είναι όμοιο.

Έψαυσα τότε τα επέκεινα και, άνω θρώσκων, απηύθηνα μια…..
Προσευχή
Φως ιλαρό, μεγαλειότατο,
θρόνου ολόλαμπρου αποκύημα.
Θρόισμα ευεργετικό,
Βάλσαμο της απανεμιάς
των άγνωστων καιρών.

Καθόδου Αγγέλων κλίμακα
οι λαμπυρίζοντες χρωματισμοί της Ίριδος.
Πολυσχιδής εικόνα αναπαύσεως
και πρεσβυτέρων η ενόραση
του αιώνιου Ενός η μετουσίωση.

Παγκόσμιε Ονειρευτή,
θέση ζητώ απεγνωσμένα στ΄όνειρό Σου,
μία μικρή ψηφίδα της εικόνας Σου,
μια ελάχιστη υποψία πρόνοιάς Σου….

Σε τούτο το σημείο,  το ένοιωσα πως πέρασε η ώρα. Είναι  τεράστια των ιδεών η πόλη και δεν προφταίνω της περιήγησής μου μια μεγαλύτερη εικόνα να σας δώσω. Ποιήματα που ντύθηκαν πεζού μορφή. Πεζά που ίσως ποτέ τους δεν έπαψαν ποιήματα να είναι. Και άλλα πάλι ποιήματα, που δεν παύουν να θυμίζουν πάνω απ΄όλα τι είμαστε και τι μας πρέπει:
Άνθρωποι
Τους εαυτούς μας ονομάσαμε ανθρώπους.
Παλέψαμε σκληρά με τα φαντάσματά μας.
Χτίσαμε, μέρα με τη μέρα, την ελπίδα.
Στις ήττες μας σταθήκαμε γενναίοι.
Στις νίκες, μεγαλόκαρδοι.
Δεν αδικήσαμε αυτόν που δεν μπορούσε.
Την δύναμή μας δεν εξαργυρώσαμε
σ΄ ανταλλακτήρια φτηνά.
Σαν είχαμε, προσφέραμε.
Κι όταν την χάσαμε, σώσαμε ένα χαμόγελο,
για να ξορκίσουμε τους δίσεκτους καιρούς.
Το φως κρατήσαμε σαν  εύθραυστη αξία.
Σταθήκαμε με δέος και με προσοχή
μπροστά στο Υπερούσιο.
Δεχτήκαμε το Χρέος.
Ζήσαμε με Τιμή.
Πράξαμε με Αγάπη.
Είμαστε οι Άνθρωποι.

Απρίλιος 2013
Κώστας Μπούζας
(Δημοτική Βιβλιοθήκη Συκεών, 11 Απριλίου 2013)

БЪДНИ ВЕЧЕР (ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ)



БЪДНИ ВЕЧЕР




След поредния блъсък на вятъра Мара се присламчи още повече към ъгъла и почти се сви на кълбо до стената. Този отвор между двете ниски стени май не беше най-добрият завет от вятъра, поне в нощ като тази. Само преди час се мръкна, а мракът вече се спускаше гъст и непрогледен, комай зима е и денят бързо свършва. И живакът се е търкулнал на два градуса под нулата.
Вгледана в забързаните минувачи, погълната от мислите си – навъсени и мрачни, се чудеше защо забързваха изведнъж крачките си. Мина времето – мислеше си, – когато хората спокойно гледаха край себе си. Защо, обаче? Сега от какво се страхуват?
Следващият блъсък на вятъра я сви още повече на кълбо. От рано се бе постарала да потърси топлинка край гарата, където се приютяват всички бездомници на града, но там вече беше препълнено, дори задушно и непоносимо. Буквално – натъпкани като сардели. Невместимо. След последната бомбардировка останаха разрушени много къщи. Мара настръхваше при спомена за самолетите в онзи бурен и страшен ден, когато демоните на ада връхлитаха над тях цяла нощ и сееха наоколо огън, кръв, унищожение…
Една сълза се търкулна по измръзналото й лице при спомена за една от тези бомбардировки, когато изгуби родителите си. Не си спомняше много: експлозия, паника, рухване на къщата… викове, плач, виене… и една ръка, която в последния момент се протегна и я измъкна, за да не я затисне падащата греда. Вече не си спомняше реда на събитията. Но едно чудо от тези си спомняше добре: чудото на живота и смъртта. Около и над всичко – тази безусловна смърт.
Очите й се спряха на уличния термометър отсреща. Живакът се беше търкулнал до три градуса под нулата. С носталгия повика спомените за предишните дни, когато седяха в уютния си дом, харесваше зимата и снега, заставаше до прозореца, докосваше с лицето си студените стъкла, за да види термометъра на двора. Изпитваше удоволствие когато живакът слизаше все по-надолу. Така още повече се наслаждаваше на домашния уют. Гушваше се в прегръдката на баща си, а той й разказваше дълга и хубава приказка.

* * *

Пътищата вече съвсем бяха опустели. Не, мислеше си Мара, в приказките на тате не се говореше за самота, война, смърт. Там имаше любов, побратимяване, хубави неща. Ако все пак имаше някакъв лош, той винаги бе побеждаван от някой смелчага, изправен в бой срещу него. А сега няма бой. Има само самолети, които пускат бомби. А и лошите не се виждат къде са. Дори не знаеше кои трябва да мрази… Разбира се, беше слушала достатъчно от близките си, когато разговаряха помежду си, но не се бе заслушала, за да разбере повече. Както всяко дете… Спомняше си някои объркани, неясни фрази и не можеше да си ги обясни. Ето, да речем, веднъж баща й удряше с юмрук по масата и псуваше онези, които забатачили държавата, разпарчосали я, само за да променят географската й карта. И въобще не разбра отговора му, когато го попита кои бяха тези, които съставиха днешната й карта. Той се бе усмихнал, галейки русата й косица и каза само, че са същите. Объркани работи… Друг път, когато пак не разбра, колкото и да се опитваше, беше това, което чу един ден по радиото. Враговете говореха за „хуманитарна намеса”. Единственото възможно обяснение за нея беше, че така наричаха бомбардирането, защото бомбите падаха върху хората. После пък, всички говореха за една област на име Косово, където хората били решили, че повече не могат да живеят заедно. С недоумение се питаше: как така до сега са могли, но отговор не намираше…

* * *

Над изстрадания Белград от няколко часа вече се бе спуснала гъста мъгла и термометърът показваше пет градуса под нулата. Наоколо лежеше непрогледен мрак. Не е възможно самолетите да се прицелват в мъглата и така ще пропуснат всекидневните си посещения. Но камбаните от Метрополията навярно няма да закъснеят. Всяка година на Бъдни вечер бият в полунощ. Колко много харесваше Мара песента на тези камбани! Не заспиваше докато не ги чуе всяка година на този ден. Ще ги чуе и днес. Как, обаче, всичко се промени…
Безнадеждно се огледа наоколо. Искаше й се да види някого. Някого, когото и да е. Да го поздрави с „Весела Коледа!” Напразно… Нищо, нали Христос е тук – мислеше си. Христос е винаги до онези, които го търсят, до страдащите. Тези мисли я стоплиха. Устните й потрепериха и шепнешком изрече една малка молитвичка, която знаеше. На очите й блеснаха сълзи… Спомни си: „…обичай ближния…” Спомни си и друго: „Обичайте, казва, враговете си!” Изрече тези думи една по една, за да усети, че не мрази онези, които бомбардират. А те защо продължават дори и в тези свети дни? Не са ли чували: „обичай ближния”? Големи хора, а не знаят това, което знае едно малко дете?…

* * *

Отново се огледа наоколо. Чувстваше нужда от някого до себе си. Напразно, никой не се виждаше. „Честита Коледа!” – каза сама на себе си. Понякога си приятел сам на себе си. Приближи се по-близо до стената на завет, защото замръзваше. „Може би имам температура?” – мислеше си. Така се чувстваше преди време, когато беше болна и майка й се грижеше за нея. „За много години!” – пожела си отново, сякаш за миг се опита да стопли замръзналите си грижи. Беше й трудно обаче да се помръдне. Почувства тялото си изтръпнало, като парализирано, все повече и повече…
Да не би да са били камбаните? За Бога, не трябва да заспива преди да ги чуе! Не и преди да чуе техния звън…
Мина доста време – колкото един век, а може би мина един век, голям колкото един миг – не можеше да разбере. Един тъмен воал се спускаше бавно и покриваше мислите й. И нито един човек не се мярна да й каже: „Честита Коледа!” Площадът е пуст, улиците – също. „За много години, честита Коледа!”… шепнеше си сама и се мъчеше да не заспи преди да чуе камбаните.
„Весела Коледа!” – отговори й един рус младеж, който стоеше пред нея. Един Бог знае от къде изникна. В един момент се сети, че наоколо нямаше никой. А този приличаше на баща й. Красив, висок, очите му излъчваха топлина. Толкова топлина, че не можеш да го погледнеш в очите без да се просълзиш. Мара го гледаше и очите й сълзяха. Изпита желание да скочи и да се хвърли в прегръдката му, но нямаше сили. Предаде я схванатото й тяло, замръзналите мисли и само придърпа празната торба към себе си.
Непознатият сякаш разбра мислите й, наведе се и нежно я взе в прегръдката си. Мара заплака с глас, който звучеше изкупително. Усети душата си изпълнена с много любов още щом се озова в нежната прегръдка на непознатия. През насълзените си очи тя видя как ръцете му заприличаха на огромни крила.
Успя да види как се отдалечава от земята. Успя да чуе и камбаните. Не успя само да види как бомбардировките отново започнаха.
Разсъмваше… на Коледа…