Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Ιππείς κυμάτων

 


Τον επισκέφθηκε σαν από έθιμο, αλλά μέσα του το γνώριζε πως δεν ήταν μονάχα αυτό. Μια ερώτηση ήταν που σιγόκαιγε στο νου του τόσα χρόνια. Τελευταία όμως είχε θεριέψει ανεξέλεγκτα και με πείσμα απαιτούσε πλέον γνώση.

Πες μου, τον ρώτησε με προσμονή μα και με έξαψη συνάμα, κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα μάτια την ψυχή του. Πες μου. Γιατί όλη αυτή η αγωνία; Πασχίζουμε απεγνωσμένα ν’ ανέβουμε ψηλά. Να κατακτήσουμε, να αποκτήσουμε. Ν’ αγγίξουμε την κορυφή. Γιατί; Την σημερινή μας την χαρά διαδέχεται αύριο η λύπη. Την περηφάνια, η ταπείνωση. Την αναγνώριση, η συγκατάβαση κι αυτήν με τη σειρά της η περιφρόνηση. Κι ύστερα, αν το τοπίο της ψυχής σου αγναντέψεις, αλλού θα συναντήσεις χίλια άστρα κι αλλού πληγές. Γιατί πρέπει όλα να πηγαίνουνε διπλά; Πες μου...

Και ο δάσκαλος, αφού το βλέμμα του έφερε έναν γύρο, στο τέλος το άφησε στο πέλαγος να γαληνέψει. Κι αφού για ώρα αρκετή στην σιωπή του βυθισμένος έμεινε, έφτασε μια στιγμή που φάνηκαν ανταύγειες από αλμυρό νερό μέσα στα μάτια του. Και τότε μίλησε. Καθώς πάντα συνήθιζε, με μύθο:

«Είμαι σε θέση τώρα να γνωρίζω την αλήθεια. Πίσω μας έχουν μείνει έτη συναπτά, που τα ξοδέψαμε σε λύπησες και πλάνες. Αχ, το μυαλό του ανθρώπου. Προσπερνάει τα καλά και τα στραβά λογάται κάθε τόσο.

Έτσι είναι αδερφέ συνταξιδιώτη. Και είναι κρίμα που, προδομένοι απ’ τη ζάλη και αλωμένοι απ’ του επιούσιου την βιοπάλη, δεν καταλάβαμε οι ανόητοι, ότι δεν ήμασταν, σαν νοιώθαμε, μοναχικοί, μα ούτε καν καθώς νομίζαμε πεζοί.

Είμαστε αδερφέ ταξιδιώτη κι ας τρέμω τώρα που τ’ ομολογώ, καθώς τον θρύλο μπόρεσα ν’ αγγίξω, ιππείς κυμάτων. Θαλασσογενημένων, ουρανοστεφανομένων, ατίθασων κυμάτων, που επελαύνουν για τότε, για σήμερα, για πάντα.

Κι εμείς, μικροί μέσα σ’ αυτό που δεν γνωρίσαμε ποτέ για μεγαλείο μας, τα πόδια σφίγγουμε χτυπώντας τα πλευρά τους. Τους χαλινούς γερά κρατούμε -κοίτα τα χέρια σου τα ματωμένα- και με κοφτές ανάσες εκβιάζουμε την ολόλευκή τους χαίτη.

Κι αυτά, άλλοτε γκρίζα, άλλοτε πρασινωπά, μα πάντα απειλητικά για μας που επιλέξαμε να είμαστε μικροί, δεν παύουν να ‘ναι κύματα. Κι άλλοτε, με βρυχηθμό ανείπωτο να ορμούνε στον πατέρα ουρανό, αγγίζοντας το στέμμα κι ύστερα πάλι, να διπλώνονται νωχελικά στην αγκαλιά της μάνας θάλασσας την πιο μεγάλη.

Κι εμείς, μικρέ, ανόητε, συνταξιδιώτη αδερφέ μου, δεν είδαμε το μεγαλείο της ανόδου, παρά έπαρση. Στην αναβάπτιση σ’ αυτό που αποτελεί αφετηρία, απαξία. Κι όταν ακόμα, την άγια αυτή στιγμή της αναδίπλωσης, το βλέμμα στρέψαμε, τι τραγικό. Μονάχα βράχους είδαμε. Τα μάτια μας, τα τυφλωμένα απ’ τα φώτα τα πλαστά, δεν μπόρεσαν κάποιες μικρές σταγόνες που αντιφέγγιζαν στου βράχου τις αιχμές να διακρίνουν.

Και τα κύματα έρχονται και πάνε τραγουδώντας κι από κοντά κι οι αγνοούμενες ψυχές θρηνώντας, γιατί ποτέ, τι κρίμα, δεν κατάλαβαν. Αδερφέ μου, αλήθεια δεν κατάλαβαν την ευλογία την ασύλληπτη, καθώς ιππείς κυμάτων αξιώθηκαν να είναι».

Κι ο δάσκαλος σιώπησε. Το ‘ξερε καλά, πως θέλουν χρόνο τα λόγια να καταλαγιάσουν βαθιά μες στην ψυχή. Ο σπόρος, πάντα το ‘λεγε, σαν πέσει, αν και κρυμμένος στην αρχή, δουλεύει μυστικά μέσα στη γης την στοργική αγκαλιά. Κι η δύναμή του, η αγάπη του σπορέα.

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ.2008)

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Κάποια παιδιά

 


Υπάρχει μια παρέα από παιδιά, από εκείνα με το φωτεινό πρόσωπο. Που δε μισούν κανέναν. Που δε μνησικακούν, δεν οργίζονται, δε φθονούν. Που δεν εκδικούνται.

Είναι εκείνα τα παιδιά, που έχουν στα χείλη τους χαραγμένο το χαμόγελο. Που χαιρετούν εγκάρδια τον απέναντι, κι ας μην τον γνωρίζουν. Που ανασαίνουν βαθιά, όταν φυσάει αεράκι. Που τραγουδούν σε κάθε ευκαιρία. Που σιγοσφυρίζουν σκοπούς, παρέα με τα πουλιά. Που παίζουν με τη βροχή, παγιδεύοντας το νερό – ή έστω προσπαθώντας το – στις παλάμες τους.

Αυτά λοιπόν τα παιδιά ποτέ δεν το βάζουν κάτω. Αν τα πουλιά λείψουν, σφυρίζουν τότε πιο δυνατά, φωνάζοντάς τα πίσω. Κι αν ο αέρας λιγοστέψει, βαθαίνουν την ανάσα τους. Αν, πάλι, ο άνεμος δυναμώσει, τον παραβγαίνουν στο τρέξιμο, γελώντας. Κι αν η βροχή γίνει μπόρα, καθόλου δεν τα εμποδίζει να βρουν άλλα παιχνίδια, τσαλαβουτώντας στις λακκούβες, ή πηδώντας από πάνω τους. Κι άλλοτε, με το να βάζουν στοιχήματα για το γρήγορο τρέξιμο, ως την ασφάλεια κάποιου στέγαστρου.

Τα παιδιά αυτά δεν απογοητεύονται, αν ο απέναντι είναι δύσθυμος ή και δύστροπος ακόμη. Όταν τον συναντούν, πάντα χαμογελούν, για να εκμαιεύσουν και το δικό του χαμόγελο. Έστω δειλό, ή αμήχανο. Θα είναι κι αυτό μια αρχή. Κι αν συναντήσουν κάποιον συνοδοιπόρο, τότε τον κάνουν αδερφό και τον βάζουν στην παρέα, για όσο θέλει. Για λίγο, για πολύ, για πάντα…

Τα παιδιά της παρέας αυτής δεν κρατούν μαχαίρια. Δε σηκώνουν ρόπαλα. Δε σφίγγουν καν τις γροθιές τους. Στα χέρια τους κρατούν βιβλία, για την τροφή του μέσα ανθρώπου, ή εργαλεία της δουλειάς. Όπου μπορούν στα ρούχα τους, επιμένουν να στερεώνουν ένα λουλουδάκι. Και κάποιες φορές, στα χέρια τους μπορεί να δεις ένα μικρό κομπολόι με πέτρες της γης.

Τώρα τελευταία, αφού τόσο καιρό χαιρετιόμασταν χωρίς να γνωριζόμαστε, τα παιδιά εκείνης της παρέας μάς συστήθηκαν. Είναι ο Άγγελος, ο Νικηφόρος, ο Φώτης και ο Θεολόγης. Και η Ελπίδα, η Χαρά, η Σοφία και η Αγάπη. Θα ήταν σίγουρα ευχής έργο, να τους συναντήσετε κάποτε, έστω και τυχαία. Θα έχουν τόσα πολλά να σας πουν...

(Κώστας Μπούζας, 2026)

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Παράξενοι συλλέκτες

 


Στη ζωή μου, πάντα με ενδιέφεραν οι διάφορες συλλογές. Έτσι, κατά καιρούς, γνώρισα και μερικούς παράξενους συλλέκτες. Αυτοί δεν ασχολούνταν με συλλογές αντικειμένων, σπανίων ή παλιών. Ας εξηγηθώ, όμως, λίγο καλύτερα.

Ας αρχίσω από τον Διογένη, τον συλλέκτη συνθημάτων. Καταγράφοντας ή φωτογραφίζοντάς τα, χρόνια τώρα, από τους τοίχους που τα ανακάλυπτε, νοιώθει πια σήμερα, ότι κάτι διέσωσε. Κάποιες βουβές κραυγές, που θα τις έσβηνε ο χρόνος. Κάποιους ψιθύρους καρδιάς μοναχικούς, που δεν θα άντεχαν στους σκληρούς καιρούς. Έτσι, όμως, κατόρθωσε να δώσει κι ο ίδιος χρώμα, στην έως τώρα άχρωμη ζωή του.

Από τον Διογένη, τώρα, γνώρισα και κάποιους άλλους παράξενους συλλέκτες. Και πρώτα πρώτα, τον Ευάγγελο, συλλέκτη καλών ειδήσεων, από περιοδικά, εφημερίδες και κυρίως από το διαδίκτυο. Μάλιστα, στο τέλος, επειδή αυτές ήταν σπάνιες σε σύγκριση με τις άσχημες, προσπαθούσε να τις δημιουργήσει μόνος του. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αποδείξει, ότι υπάρχει ελπίδα για το καλό στον κόσμο.

Ύστερα, ήταν ο Αλέξανδρος, συλλέκτης σπάνιων στιγμών. Κάποιες απ’ αυτές ήταν όμορφες, άλλες τρυφερές. Μερικές, περίεργες. Άλλες, ακόμη και αλλόκοτες. Τέλος, μερικές που ήταν, απλά, σπάνιες. Όλες αυτές τις φωτογράφιζε – αν αυτό ήταν δυνατόν – ή τις κατέγραφε. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις, που σημείωνε κάποια σχόλια δικά του, ή και αυτούσια τα λόγια των εμπλεκομένων – αν υπήρχαν τέτοιοι. Τον συγκινούσε βαθειά, απ’ ότι έλεγε, αυτό το απροσδόκητο της ζωής. Αυτή η περιπέτεια, που μπορεί να σε εκπλήξει ανά πάσα στιγμή, και που σε κρατάει, μ’ αυτόν τον τρόπο, ζωντανό.

Την παρέα αυτών των παράξενων συλλεκτών συμπλήρωνε ο Ιάσων, συλλέκτης θαυμάτων. Με άλλα λόγια, όπως το όριζε ο ίδιος, όλων εκείνων των θαυμαστών γεγονότων, που δείχνουν πρόνοια και επέμβαση από κάποια ανώτερη δύναμη. Για φανέρωση, για προφύλαξη, για αποκάλυψη, για τόσα και τόσα. Από την ύπαρξη τέτοιων συμβάντων, όπως μας είχε κάποτε εξομολογηθεί, γέμιζε η ψυχή του ζεστασιά. Γι’ αυτό και τα κατέγραφε, όπως του τα εξομολογούνταν. Τον έκαναν να νοιώθει, ότι δεν είναι μόνος του. Μάλιστα τον κατέκλυζε δέος και αναριγούσε, στην πιθανότητα ανάλογων καταστάσεων και στη δική του ζωή.

Ο νέος μου γείτονας, πάντως, ο Αριστοτέλης είναι ο πιο παράξενος, παράξενος συλλέκτης που γνώρισα ποτέ. Συλλέγει, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, συναισθήματα – συνήθως δικά του. Κυρίως, μάλιστα, χαρές και λύπες. Αυτό με εξέπληξε, στην αρχή, ειδικά σε ότι αφορούσε τις λύπες. Η απάντησή του, σε σχετική ερώτησή μου, υπήρξε αποκαλυπτική: “Τα συναισθήματα, στη ζωή, είναι σαν το άρωμα των λουλουδιών. Σαν τις απαλές αποχρώσεις, την ώρα που χαράζει. Σου θυμίζουν ότι είσαι εδώ. Ειδικά, τώρα, οι χαρές κι οι λύπες είναι ότι πιο περίεργο υπάρχει. Πόσες φορές οι πρώτες δεν αποδείχθηκαν ανεδαφικές, αλλά και οι δεύτερες άστοχες. Ότι φέρνει βραχυπρόθεσμα χαρά, αύριο μπορεί να προκαλέσει λύπη και το αντίθετο. Ύστερα ας μην ξεχνάμε, ότι η – παροδική – θλίψη είναι αυτή που διαπλάθει χαρακτήρες, βαθαίνει το βλέμμα, χαρίζει εκείνο εκεί το πολύτιμο απόσταγμα που αποκαλούμε πείρα της ζωής. Κι αυτή η ίδια η ζωή έχει αποδείξει, ότι χαρά και λύπη διαδέχονται συχνά – αν όχι πάντοτε – η μία την άλλη. Σημασία έχει το πως θα τις αξιολογήσεις, τι μαθήματα θα πάρεις δηλαδή απ’ αυτές, για να χαράξεις τον δρόμο σου. Το πιστεύω, είναι και οι μεν και οι δε ανεκτίμητες. Και αυτές οι εκρηκτικές μου χαρές, αλλά και εκείνες οι λεπτές, διακριτικές μου λύπες. Όλες τις αγαπώ”.

Μετά απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, διαπιστώνω ότι έχω αναπτύξει μια ιδιαίτερη ευαισθησία, στο θέμα των παράξενων συλλεκτών. Αυτών που ανακατεύουν τη ζωή κι ανακατεύονται μαζί της, για να ανασύρουν χαμένους θησαυρούς, που ίσως δεν έπρεπε να χαθούν. Να δώσουν σημασία στο φαινομενικά ασήμαντο, να αφουγκραστούν το ανεπαίσθητο, να μεγεθύνουν το ελάχιστο. Να οξύνουν το αισθητήριο του ανθρώπου, ώστε να είναι ικανός για συγκινήσεις λεπτές και ακριβές. Αυτοί οι λάτρεις του αόρατου και του άφθαστου, εν τέλει, εκείνο που προσφέρουν είναι μια ώθηση για το παραπέρα, για το παραπάνω. Αυτοί, οι εξερευνητές των αχανών εκτάσεων της ζωής.

Μάλιστα, τώρα που το σκέφτομαι, τείνω κι εγώ να μετατραπώ σε παράξενο συλλέκτη. Σε συλλέκτη παράξενων συλλεκτών.

(Κώστας Μπούζας, 2025)

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Ο Προσκυνητής


 

Η εκκλησία ήταν άδεια. Άδεια και σκοτεινή. Τα φώτα είχαν σχεδόν όλα σβήσει, μάλλον από ώρα. Μόνο λίγα αναμμένα κεριά σιγοέλειωναν στα μανουάλια, κρατώντας ζωντανές μικρές, τρεμουλιαστές φλογίτσες.

Στεκόμουν αμήχανος εκεί, αφού πέρασα την είσοδο, και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τα συναισθήματα που μου γεννούσε το περιβάλλον. Ήταν αυτό που αντίκριζα μελαγχολική ερημιά ή σιωπή μεστή Πνεύματος; Αλήθεια, υπάρχει μέσα σ’ έναν ναό ποτέ η απουσία; “Εγώ ειμί ο Ων”, τριγυρνούσε μες στο μυαλό μου η Θεία αποκάλυψη. Ένοιωσα τριγύρω μου την παρουσία Του. Αυτή η εκκλησία, σκέφτηκα, είναι ένας ορίζοντας που σμίγουν ο Ουρανός κι η Γη.

Τότε, ήταν που αντιλήφθηκα κάτι εκεί στο βάθος, στ’ ακριανά στασίδια. Πλησίασα. Μια μορφή σκυφτή, καμπουριασμένη, ακίνητη. Κοντοστάθηκα. Αν η άψυχη ακινησία απλά μελαγχολεί, η ζωντανή τρομάζει. Περίμενα. Ο άνθρωπος αυτός φαινόταν σαν άδειος και ξεψυχισμένος – ή, μήπως, γεμάτος και εμψυχωμένος; Διακριτικά αποτραβήχτηκα. Τη στιγμή εκείνη, άκουσα απ’ τη μεριά του κάτι σαν λυγμό.

Αλήθεια, η εκκλησία δεν ήταν άδεια. Γεμάτη ήταν, τελείως γεμάτη από Ψυχή, από Πνεύμα. Από τη μια μεριά ο Θεός κι από την άλλη ο άνθρωπος. Κι η συνομιλία τους, ένας στεναγμός. Κι η ένωσή τους, πυρκαγιά.

Ο άνθρωπος, ένα αναμμένο κερί που σιγολειώνει, προσφέροντας τη δική του φλόγα, έστω κι αν αυτή είναι μικρή, ή τρεμοπαίζει. Ο άνθρωπος, κάποτε ένα παρανάλωμα στην ένωση Ουρανού και Γης. Μια ανάσα, ένας στεναγμός, ένας λυγμός. Μα και μια πίστη, μια ελπίδα, μια υπόσχεση. Κι αν το μπορέσει, μια αγάπη. Κι αυτή ποτέ της δεν στάθηκε μικρή. Αντίθετα, υπήρξε πάντοτε το παν.

(Κώστας Μπούζας, 2023)

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Μια καλημέρα σε φίλους

 


Καλημέρα κύριε Τσβάιχ. Είναι επόμενο να καλημερίζω πρώτα εσάς, αφού στέκεστε ακριβώς απέναντί μου, έτσι όπως κάθομαι στην πολυθρόνα μου. Ας μην διαμαρτυρηθούν λοιπόν οι υπόλοιποι αγαπητοί φίλοι. Θα ΄ρθει κι η σειρά τους. Εξ άλλου και σεις, αν δεν κάνω λάθος, έχετε κάποια παράπονα από μένα.

Ναι, το παραδέχομαι ότι σας έχω τοποθετήσει πολύ μακριά από τον Φιοντόρ, ενώ θα είχατε τόσα πολλά να πείτε, όπως φαίνεται κι από την τόσο γλαφυρή προσέγγιση που κάνατε στο έργο και στην προσωπικότητά του. Απολογούμαι όμως. Δε φταίω καθόλου εγώ γι αυτό. Θα ξέρετε δα την ψυχολογία του κυρίου Ντοστογιέφσκι καλύτερα από μένα. Του αρέσει η μοναξιά. Βοηθάει τόσο στον στοχασμό, στην ενδοσκόπηση της ψυχής, στην κατάδυση, βαθειά, μέσα στο υποσυνείδητο και στο ασυνείδητο. Πως αλλιώς, όμως, αυτός ο μεγάλος ψυχαναλυτής θα μπορούσε να μας αποκαλύψει, τόσο συγκλονιστικά, την πολλαπλότητα του εσωτερικού μας Σύμπαντος.

Είναι αλήθεια, βέβαια, πως τελικά δέχτηκε να τοποθετήσω κάποιον δίπλα του, κι αυτός ήταν ο Λέων Τολστόι. Σίγουρα έπαιξε ρόλο, το ότι ήταν συνοδοιπόροι στο χώρο και στο χρόνο. Και παρότι διέφεραν στον τρόπο πλησιάσματός του, τελικά ίσως τους ένωνε η αγάπη για τον άνθρωπο. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν ο Λέων που θέλησε να απελευθερώσει τους μουζίκους του, κι όταν εκείνοι αρνήθηκαν, αυτός βάλθηκε να τους μάθει γράμματα. Πάσχιζε να τους εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Τι άλλο θα περίμενε κάποιος από έναν υψηλόφρονα οραματιστή, από έναν μεγάλο κοινωνιστή, που αξιώθηκε τελικά και έγινε διδάσκαλος.

Επειδή λοιπόν η ανθρωπιά είναι αυτή που εν τέλει έχει σημασία, έχοντάς την σαν ορόσημο, τοποθέτησα λίγο πιο πέρα και τον κύριο Άντον Τσέχοφ, το λογοτέχνη ιατρό, που πέθανε στα νιάτα του από την αρρώστια που πολεμούσε, σ΄ εκείνη τη φριχτή επιδημία. Μη λογαριάζοντας πλούτη, έργο, ζωή. Πυρακτώθηκε από αγάπη κι έγινε παρανάλωμα. Άξιος…

Καλημέρα σας κι εσάς κύριε Καζαντζάκη. Έτσι όπως σας βλέπω αναλογίζομαι, μήπως ακόμη και τώρα σκαρφαλώνετε σε κάποιον πνευματικό ανήφορο. Σαν να σας νοιώθω ν΄ αμολάτε και πάλι αυτά τα κυνηγάρικα σκυλιά, όπως ονομάσατε τις αισθήσεις σας. Ίσως ακόμη και να καλείτε σ΄ επιστράτευση τους είκοσι τέσσερεις στρατιώτες – γράμματα (δικά σας τα λόγια) και να σηκώνετε πόλεμο. Δεν ξέρω, μπορεί ο Θεός να υψώνει μπροστά σας, ακόμη κι εκεί, ακόμη και τώρα, κάποιο τείχος αμφιβολίας. Έτσι, για να σας δώσει την ευκαιρία να το υπερπηδήσετε, για να μπορέσετε να φτάσετε ακόμη πιο ψηλά. Αναρωτιέμαι, άραγε έχετε δώσει την τελική αναφορά σας; Επ’ ευκαιρίας, θα ήθελα να με συγχωρέσετε αν πήρα την πρωτοβουλία να φέρω για παρέα σας, χωρίς να σας ρωτήσω, τον κύριο Σαμαράκη. Έκρινα ότι θα είχατε πολλά να πείτε. Δεν ξεχνώ ότι περιθάλψατε και οι δύο το ιδανικό της ελευθερίας, έστω κι από διαφορετική πλευρά ο καθένας. Άλλωστε όλες οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι οραματισμοί, τα σκιρτήματα, κάπου συναντιούνται. Έτσι λοιπόν συναντηθήκατε κι εσείς, εδώ δίπλα μου. Έστω και συμβολικά.

Καλημέρα σας κύριε Καμύ. Μη φοβάστε, δεν είστε για μένα ξένος. Το αντίθετο θα έλεγα. Πριν σας γνωρίσω διαισθανόμουν ότι μόνο μια ανώτερη αρχή, η Θεότητα, θα μπορούσε να είναι η απάντηση στην τραγικότητα της ύπαρξης. Κι εσύ (με συγχωρείς για τον ενικό) σ΄ αυτή μου τη διαίσθηση φόρεσες σχήμα λόγου. Δύο είναι οι πόλοι – ή τρόποι – ύπαρξης μου ΄πες. Το Ιερό και το Παράλογο. Κι ανάμεσά τους ο καταλύτης, που ΄ναι συνάμα και οδός: Η επανάσταση που οδηγεί από τον έναν στον άλλον. Ξέρεις, το ΄πα και πιο πριν, πιστεύω ότι τα μεγάλα πνεύματα συνεχίζουν για πάντα να στοχάζονται και να φιλοσοφούν. Σ’ όποια κατάσταση ύπαρξης κι αν βρίσκονται. Μακάρι κι εσύ…

Καλημέρα σας κύριε Κάφκα. Πιστεύω ότι δεν είστε πια εγκλωβισμένος, όπως υπήρξατε κάποτε. Κι αν εκεί που βρίσκεστε, αντιμετωπίσατε, κατά την άφιξή σας, κάποια Δίκη, είμαι σίγουρος ότι ο μεγάλος Δικαστής σας δικαίωσε. Εξαγοράσατε την επιείκειά του, με τον πόνο τούτης της ζωής. Ζήστε λοιπόν, πλέον, ανέμελος.

Καλημέρα σας κι εσάς κύριε Όσκαρ Ουάιλντ. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που κοπιάσατε να φέρετε ως εμένα για να μου χαρίσετε το πορτρέτο του ήρωά σας. Κι εσάς κύριε Ντίκενς, που επιστρατεύσατε τα τρομερά πνεύματά σας, για να ξορκίσετε τη σκληρότητα του κόσμου τούτου. Κι εσάς κύριε Στάϊνμπεκ, που μας προειδοποιήσατε, μέσα από το μύθο σας, τι γίνεται όταν το φεγγάρι πέφτει κι έρχεται το σκοτάδι στον κόσμο των ανθρώπων. Κι εσάς κύριε Γκόγκολ, που με διδάξατε ότι κι ένα απλό παλτό μπορεί να είναι θέμα επιβίωσης, και ακόμη το πιο σημαντικό: ότι ένας τρελός μπορεί κι αυτός ακόμη να γράψει ένα “ημερολόγιο” που αξίζει την προσοχή μας…

Καλημέρα σας κύριε Μουρ, με την “Ουτοπία” σας. Κι εσάς κύριε Όργουελ, με τη δυστοπία σας. Κύριε Καλβίνο, με τις πόλεις σας, που παραμένουν αόρατες. Κύριε Στίβενσον, με το διχασμένο ήρωά σας. Κύριε Ιονέσκο, με τον τόσο όμορφα σκιαγραφημένο μοναχικό σας άνθρωπο. Κύριε Γκαίτε, δημιουργέ του Φαουστικού συμβόλου, χαρισμένου απλόχερα σ΄ όλους τους τόπους και τους χρόνους.

Πόσοι, στ΄ αλήθεια, αγαπημένοι φίλοι υπάρχουν γύρω μου. Δεν προλαβαίνω να τους καλημερίσω έναν έναν. Έτσι, συνήθως, αρκούμαι σε μια μόνο καλημέρα, που απευθύνεται σε όλους, με μια κυκλική κίνηση του κεφαλιού, καθώς το βλέμμα μου χοροπηδάει αλαφιασμένο πάνω στις ράχες των βιβλίων. Κι ύστερα, σαν κοντοσταθεί κάπου, τραβώ απαλά και παίρνω με τρυφερότητα στα χέρια μου τον τόμο αυτόν. Ένας φίλος. Μια νέα συζήτηση μαζί του. Μια άλλη αποκάλυψη. Μια ακόμη εξομολόγηση. Ίσως και μια καινούργια αγωνία. Μια επί πλέον διδαχή. Μια ξαφνική σύλληψη. Ένα νεογέννητο όραμα ενδεχομένως. Ένα απρόσμενο όνειρο…

Κι έτσι που όλοι αυτοί οι φίλοι μου, όσες φορές κι αν τους συναντήσω, κάθε φορά μου δίνουν και κάτι ακόμη, με κάνουν στ΄ αλήθεια και αναρωτιέμαι: Μήπως άραγε δεν έχουν πεθάνει εδώ και τόσα χρόνια; Μήπως συνεχίζουν να ζουν;

(Κώστας Μπούζας, 2023)



Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Η αγάπη

 


Η ερώτηση, πάντα η ίδια. Καθοριστική, μα κι αόριστη. Γλυκειά, μα και βασανιστική. Τόσες οι απαντήσεις, όσοι κι άνθρωποι. Όσες κι οι πινελιές σ’ αυτόν τον τεράστιο καμβά σκέψεων, επιθυμιών και συναισθημάτων. Τόσες κι άλλες τόσες, που μιλούν μαζί μας ψιθυριστά και γλιστρούν σ’ αθέατες γωνιές, περιμένοντας να τις ανακαλύψουμε.

“Τι είναι η αγάπη;”. Κάποτε πολύ βαθειά, για να είναι απλά ένα συναίσθημα. Πολλές φορές, πολύ σημαντική, για ν’ απομονωθεί στο περιθώριο. Τις περισσότερες φορές, αρκετά δυνατή για να είναι μια φευγαλέα αίσθηση. Μα και με μια έννοια, τόσο ακαθόριστη, τόσο πλατιά.

“Τι είναι, τελικά, η αγάπη;”. Είναι ο έρωτας, ο πόθος και το πάθος; Μήπως το δέσιμο, η τρυφερότητα κι η στοργή; Ή, ίσως πάλι, η έγνοια κι η συμπόνια; Μπορεί να είναι, τάχα, η αφοσίωση κι η λατρεία; Και πώς, άραγε, οριοθετεί κάποιος αυτές τις καταστάσεις της ψυχής;

Σε τέτοια ερωτήματα, ο γέροντας απαντούσε με λόγια απλά, αλλά σίγουρα. Τέτοια που δεν άφηναν αμφιβολίες, κι επί πλέον έβρισκαν κατευθείαν στόχο τις καρδιές. Σαν να φώτιζαν δρόμους άγνωστους, που ως τα τώρα ήταν καλά κρυμμένοι. Με αυτόν τον τρόπο απάντησε και τώρα:

“Καλό θα ήταν να ξεκινήσεις, κοιτάζοντας προσεκτικά τους ανθρώπους. Ίσως δεν το έκανες ποτέ αυτό, στην πραγματικότητα. Μη βιαστείς. Στάσου στην εντύπωση που σου δημιουργήθηκε. Σίγουρα θα ανακάλυψες – ειδικά αν μπόρεσες να δεις τα μάτια τους – πολλά συναισθήματα. Σε κάποιους, ας πούμε, άγχη, αγωνίες και προβλήματα. Σε άλλους, πάλι, προσδοκίες και ελπίδες. Μερικοί μπορεί να σου φάνηκαν φοβισμένοι και μερικοί χαρούμενοι.

Καθώς περνάει η ώρα συνειδητοποιείς, ότι δεν αποστρέφεις πια το βλέμμα σου. Σιγά σιγά αρχίζεις να νοιώθεις, ότι όλοι αυτοί σου μοιάζουν, πιο πολύ απ’ ότι είχες ποτέ σου φανταστεί. Έτσι, χωρίς καν να το καταλάβεις, μπαίνεις στη θέση τους. Σαν να βλέπεις με τα δικά τους μάτια, φαντάζεσαι, αισθάνεσαι, σκέφτεσαι, επιθυμείς μαζί τους κι εσύ. Με άλλα λόγια, τους καταλαβαίνεις και τους συμπονάς. Κατανοείς τα προβλήματά τους, δικαιολογείς τα ελαττώματά τους, τους θαυμάζεις για τα προτερήματά τους. Κάποιες φορές, μάλιστα, ανακαλύπτεις σ’ αυτούς εκείνη την αθωότητα, που όλοι κουβαλάμε κρυμμένη μέσα μας, κι ας μην το έχουμε – οι περισσότεροι – αντιληφθεί. Θα την φανερώσει εκείνη η λάμψη στο βλέμμα…

Αν αυτή η “βαθειά ματιά” σου γίνει συνήθεια, σιγά σιγά, θ’ αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι και τον εαυτό σου διαφορετικά. Θα βρίσκεσαι, πια, μακρύτερα απ’ το “εγώ” και πιο κοντά στο “εμείς”. Δε θα βρίσκεις αφύσικη την προσφορά χωρίς ανταπόδοση. Το αντίθετο, θα την επιδιώκεις. Θα χαίρεσαι δημιουργώντας χαρά. Θα αισθάνεσαι αγαλλίαση, ανακουφίζοντας τον διπλανό σου. Θα φτερουγίζει η ψυχή σου, λύνοντάς του ένα πρόβλημα. Και θα είσαι βέβαιος, ότι με κάποιον αντίστοιχο τρόπο, θα αντιμετωπισθεί και κάποιο δικό σου.

Προχώρησε, τώρα, παραπέρα, στον κόσμο όλο. Προσπάθησε να τον δεις κι αυτόν με άλλο βλέμμα. Ίσως, τότε, να σου φανούν όλα χαριτωμένα. Από το φύλλο που λικνίζεται στον αέρα πέφτοντας, έως την παρακλητική ματιά ενός άδολου ζώου. Από ένα απλό λουλούδι που ανοίγει τα πέταλά του, έως την απαλά βροχή που επιμένει να σιγομουρμουρίζει. Άφησε τον εαυτό σου, προσέχοντας το μικρό, να οδηγηθεί στο μεγάλο. Αισθάνσου, συγκινήσου, συγκλονίσου…

Το ψυχανεμίζεσαι πια. Η αγάπη δεν εξαντλείται, απλά, σε ένα παροδικό συναίσθημα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης, μια στάση ζωής. Μια κατάσταση συμμετοχής στα πάντα, συγκίνησης με τα πάντα. Έξαρσης και θαυμασμού. Αλλά και συμπόνιας και διάθεσης προσφοράς. Και όλα αυτά γεννούν μια εσωτερική χαρά. Κι αυτή η ευτυχία, που πηγάζει από μέσα, αναζητά συνέχεια αιτίες κι αφορμές για την παράτασή της. Και τις βρίσκει, καθώς της προσφέρονται απλόχερα. Με αυτόν τον τρόπο όμως, χωρίς πολλές φορές να το συνειδητοποιεί από την αρχή, αναζητά την αστείρευτη πηγή των πάντων. Τον Θεό τον ίδιο. Και ο Θεός είναι αγάπη. Κι επειδή είναι απέραντος, όταν τον γνωρίσουμε, απέραντη γίνεται η χαρά, απέραντη κι αγάπη. Αιώνια και Άπειρη”.

Ο γέροντας σταμάτησε συγκινημένος, καθώς είχε μπορέσει ν’ αγγίξει την ψυχή του άλλου. Είχε νοιώσει την αγωνία του. Είχε ψηλαφίσει την προσδοκία του. Στο τέλος, μπόρεσε και έβαλε φωτιά στα όνειρά του. Γιατί το ήξερε καλά, είναι φλόγα η αγάπη, που πυρπολεί ανθρώπινες καρδιές. Προσφέρει προορισμούς, κινητοποιεί οράματα, χαράζει δρόμους, βρίσκει τρόπους. Κι όπως πολύ όμορφα και εύστοχα μας το δίνει κι ένας αγαπημένος στίχος, σε ξυπνά το πρωί μ’ έναν σκοπό, που να σου λέει πως αξίζει η ζωή που ζεις...

(Κώστας Μπούζας, 2025)

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Μέσο σταθερής τροχιάς

 


        Μεγάλη συζήτηση γίνεται στις μεγαλουπόλεις για τις συγκοινωνίες τους. Κάτι αναπόφευκτο, αφού αυτές συνιστούν μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους, που αφορούν την ποιότητα ζωής των πολιτών τους. Και η συζήτηση αυτή, που ποτέ δεν τελειώνει οριστικά, καταλήγει – ανάλογα με την περίπτωση – πότε στη μια και πότε στην άλλη λύση.

        Ένα κλασσικό μέσον, το πιο διαδεδομένο, το λεωφορείο, δυστυχώς αντιμετωπίζει, παντού και πάντα, τα ίδια προβλήματα. Κυριότερο το κυκλοφοριακό. Έπονται τα καιρικά φαινόμενα και οι δυσχέρειες που αυτά δημιουργούν. Τα τελευταία είναι ακόμη πιο σημαντικά για τις θαλάσσιες, ή και για τις ποτάμιες αστικές συγκοινωνίες.

        Ως λύση για τα παραπάνω επιλέχτηκε, από παλιά, το λεγόμενο μέσο σταθερής τροχιάς. Είτε αυτό ονομάζεται μετρό, είτε μητροπολιτικός σιδηρόδρομος, είτε προαστιακός. Και είναι άλλοτε επιφανειακό, και άλλοτε – κυρίως μέσα στον αστικό ιστό – υπόγειο. Είναι προφανής η ανακούφιση που πρόσφερε το μέσον αυτό, στο ακανθώδες ζήτημα των συγκοινωνιών. Βέβαια, υπήρχαν κι εδώ κάποια αρνητικά σημεία, όπως ο απαιτούμενος χρόνος και το κόστος κατασκευής. Επίσης, δυσκολίες που προέκυπταν από αστάθμητους παράγοντες, όπως η ύπαρξη αρχαιοτήτων, ή η φύση του εδάφους. Παρ’ όλα αυτά, το μέσον σταθερής τροχιάς θεωρήθηκε και ακολουθήθηκε – όπου αυτό στάθηκε δυνατόν – σαν η μοναδική αξιόπιστη λύση.

        Κάπως έτσι συμπεριφέρονται και οι πολιτείες των ψυχών. Αγωνίζονται να ενώσουν τα μέρη τους: Επιθυμίες, αισθήσεις και συναισθήματα, φαντασία, κρίση, διάνοια, νου, λόγο και πνεύμα. Τόσοι τόποι, τόσες δυνάμεις, τόσες εκδηλώσεις. Ζητούμενο, όπως είπαμε, η ενότητα. Με άλλα λόγια, η αρμονική συνύπαρξη και η έκφραση όλων των συνιστωσών που προαναφέρθηκαν. Δύσκολη αποστολή. Απαιτεί την εξακρίβωση, από μέρους μας, του κέντρου της ψυχής μας, γιατί οι ψυχές, όπως και οι πόλεις, έχουν κέντρο. Έπειτα, τη σύνδεσή του με όλες τις περιοχές, και, κατά συνέπεια, τη δημιουργία ενός λειτουργικού και αξιόπιστου συνόλου, που θα μπορεί να ανταποκριθεί στις όποιες υψηλές επιδιώξεις και προοπτικές, αλλά και δοκιμασίες της ζωής.

        Για τη σύνδεση αυτή, οι περισσότερες ψυχές θα χρησιμοποιήσουν τα “λεωφορεία”. Κι αυτά, γρήγορα θα εγκλωβιστούν στο κυκλοφοριακό χάος των τόσων ανούσιων ειδήσεων, στο πλήθος των ανεδαφικών ή και ανόητων ιδεοληψιών, στις αλλεπάλληλες διασταυρώσεις πλαστών διλημμάτων. Αρκετές άλλες θα ακολουθήσουν τον αβέβαιο δρόμο του νερού, όμως θα ακινητοποιηθούν μόλις φτάσουν οι πνευματικοί χειμώνες και ξεσπάσουν οι άνεμοι των αίολων επιχειρημάτων και τα κύματα των αλληλοσυγκρουόμενων θεωριών.

        Υπάρχουν όμως και κάποιες ψυχές, που δεν θα φεισθούν κόπων και θυσιών. Κι αυτό, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά – ή διαισθάνονται – ότι κάθε έργο πρέπει να στηρίζεται σε σίγουρες βάσεις, κι αυτές πασχίζουν να δημιουργήσουν πρώτα απ’ όλα. Κι όπως κάθε τι που αξίζει, αυτό είναι και επίπονο και χρονοβόρο. Απαιτεί επένδυση όλων των διαθέσιμων δυνάμεων. Του εαυτού του ίδιου. Πόσο αντίθετο με την εποχή μας κάτι τέτοιο. Μια εποχή της ευκολίας, του γρήγορου, του πρόχειρου, του απ’ τα πριν έτοιμου αν είναι δυνατόν.

        Αυτές λοιπόν οι ψυχές, αν επιδείξουν την απαραίτητη συνέπεια, υπομονή και επιμονή, στο τέλος, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν το δικό τους μέσο σταθερής τροχιάς, με όλες τις απαραίτητες διακλαδώσεις. Κι αυτές, τελικά, δεν είναι τίποτε άλλο από το σύστημα των μεγάλων, αιώνιων και ασάλευτων αξιών, των υψηλών στόχων. Όσο για την κύρια γραμμή, αυτή φυσικά είναι η αγάπη, που συνιστά κατάσταση ύπαρξης και συνεπώς στάση ζωής.

(Κώστας Μπούζας, 2025)


Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

Ο ευτυχισμένος κηπουρός

 


Υπάρχει ένας τόπος, που μου αρέσει συχνά να επισκέπτομαι. Πρόκειται για το μεγάλο πάρκο της πόλης, εκείνο με τον μεγάλο ανθόκηπο στη βόρεια πλευρά του. Η συγκεκριμένη γωνιά είχε τραβήξει την προσοχή μου, πολλά χρόνια πριν. Με είχε εντυπωσιάσει η ποικιλία των φυτών, αλλά και η έμπνευση στους σχηματισμούς και στους χρωματικούς συνδυασμούς τους, κάτι που φανέρωνε ιδιαίτερη επιμέλεια κατά τη φύτευσή τους.

Σε κάποια από τις τελευταίες επισκέψεις μου, συνάντησα τον κηπουρό του πάρκου. Ήταν σχετικά μικρόσωμος και ευκίνητος, με ένα αδιόρατο χαμόγελο μόνιμα χαραγμένο στα χείλη, και με μια περίεργη λάμψη, χαράς θα έλεγα, στα μάτια. Ήταν αλήθεια ότι και εγώ, έχοντας αγαπήσει τον κήπο του, κάπως έτσι τον είχα φανταστεί. Έναν άνθρωπο με ανοιχτή καρδιά και φωτεινό πρόσωπο.

Η πρώτη μου ενέργεια ήταν να τον συγχαρώ για τις δημιουργίες του. Η δεύτερη, να τον ρωτήσω από που αντλεί αυτήν την έμπνευση και τη διάθεση, προκειμένου να φτάσει στα εξαιρετικά αυτά αποτελέσματα. Ποιο ήταν, με άλλα λόγια, το μυστικό της επιτυχίας του.

Τα λόγια του στάθηκαν μια αποκάλυψη για μένα: “Ο κήπος” μου είπε “μοιάζει με την ψυχή του ανθρώπου, και τα φυτά που φυτεύονται – ή τα άγρια που φυτρώνουν μόνα τους – είναι σαν τα συναισθήματα και όλα γενικά τα γεννήματά της. Οφείλουμε, αν θέλουμε να είναι όμορφη, να καλλιεργούμε με προσοχή τα κατάλληλα λουλούδια – συναισθήματα, και να ξεριζώνουμε τα αγριόχορτα – κακές σκέψεις, επιβλαβείς συνήθειες και ολέθριες επιρροές – που την πνίγουν. Έχοντας αυτό στον νου μου, ποτέ δεν είδα τη γη αδιάφορα, αλλά πάντοτε ήταν παρών, μπροστά μου, αυτός ο ζωντανός συμβολισμός”.

Σταμάτησε για λίγο, προσπαθώντας να ξεριζώσει κάποια ζιζάνια με προσοχή, για να μη βλάψει τα φρεκοφυτεμένα φυτά. “Ύστερα” συνέχισε “με ενθουσιάζει το γεγονός ότι δημιουργώ ομορφιά. Το θεωρώ ευλογία. Δεν ξέρω με ποια λόγια να το πω. Να, νοιώθω σαν να υπακούω σε ένα κάλεσμα. Κάποιος – δε θυμάμαι ποιος – έχει πει ότι ο καθένας, στη ζωή, έχει κληθεί για κάποιο έργο. Κάτι που μπορεί να κάνει καλά τέλος πάντων. Αυτό είναι και η αποστολή του επάνω στη γη. Να χαρίσει κι αυτός, με τη σειρά του, αυτό που του έχει χαριστεί, το χάρισμά του δηλαδή. Αυτό μπορεί να είναι το ταλέντο σε κάποια τέχνη, η φροντίδα κάποιου ή κάποιων ανθρώπων, η άδολη προσφορά στην επιστήμη. Οτιδήποτε τέλος πάντων. Προχωρά έτσι τον κόσμο αυτόν, ένα βήμα παραπέρα. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος, έχουν πει, γίνεται το χέρι – ή το όργανο αν προτιμάς – του Θεού. Κάνει, λοιπόν, ένα βήμα προς Αυτόν. Κι αν είναι έτσι – που το πιστεύω – τι είναι πιο σημαντικό απ’ αυτό; Ποιος θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικός στόχος στη ζωή, απ’ το πλησίασμα στον Θεό;”.

Το βλέμμα μου έφερε έναν γύρο τα λουλούδια. Πολύχρωμα, ζωηρά, ριγούσαν στο ελαφρύ αεράκι που φυσούσε. Θαρρείς και μπροστά μου εκτυλισσόταν μια μυστική συνομιλία. Ο άνεμος εμψύχωνε με την πνοή του, κι αυτά απαντούσαν με τη χάρη τους.

Για μια στιγμή, τον πρόσεξα να χαμογελά με στοργή. Παράλληλα, έβλεπα στα μάτια του κάτι σαν ενθουσιασμό, σαν επερχόμενη έκρηξη. Διέκρινα να αναδύεται ένας συγκλονισμός, μια ευτυχία. Ένα εκκολαπτόμενο δέος. Μια υποψία επέκτασης του εαυτού του, λες κι ήθελε να τ’ αγκαλιάσει όλα μέσα του και να τα κάνει δικά του – ή να γίνει δικός τους. Να τα νοιώσει και να ταυτιστεί μαζί τους.

Τον χαιρέτησα με μια κίνηση του κεφαλιού και απομακρύνθηκα διακριτικά. Δεν ήθελα να διακόψω τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Γύρισα μόνο και τον ξανακοίταξα από μακριά. Τότε συνειδητοποίησα, σε όλη της την έκταση, τη μεγάλη αλήθεια. Ο άνθρωπος αυτός είχε, πλέον, κατακτήσει την αγάπη και – συνεπώς – το νόημα της ζωής. Ήταν ένας ευτυχισμένος κηπουρός.

(Κώστας Μπούζας, 2025)

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Μπολερό

 



Ακόμη αυτή η σιωπή. Κι όμως, όλα δείχνουν πως κάτι εγκυμονείται. Ένας ήχος, προς το παρόν βουβός; Μια παρουσία αθέατη, που αθόρυβα ανασαίνει; Μια εκκολαπτόμενη, ανεπαίσθητα, ύπαρξη; Ή, μήπως, η απουσία που εξωθείται να αποχωρήσει; Το κενό αναδεύεται και σύγκορμο σκιρτά. Ο χώρος όλο και πυκνώνει κι ο χρόνος αρχίζει να μετρά.

Μια υποψία ήχου ρυθμικού, που ύστερα από λίγο γίνεται βεβαιότητα. Είναι ένας χτύπος που ολοένα δυναμώνει. Κάτι σαν τύμπανο μικρό. Σαν μια καρδιά. Σαν τη ζωή την ίδια. Κι αυτός ο χτύπος, απ’ τη στιγμή που άρχισε δεν πρόκειται ποτέ του να σιγήσει, ως το τέλος.

Καθώς περνάει η ώρα, σιγά σιγά, δημιουργείται η αντίληψη πως ο ήχος τούτος δεν είναι ο μοναδικός. Με κάτι αναμιγνύεται. Με κάτι σαν θρόισμα απαλό. Πρόκειται για φύσημα ανέμου διακριτικό; Ή, ίσως, για μια “Άνιμα” που μόλις τώρα εκδηλώνεται στον κόσμο; Είναι η ελαφριά ανάσα πνευστού διστακτικού.

Μα το φλάουτο ετούτο, καθώς και το τύμπανο εκείνο το μικρό, δε μένουν μόνα για πολύ. Μια κι έχει γίνει η αρχή, κι άλλα ακούσματα τώρα πια σπεύδουν να βοηθήσουν. Να δυναμώσουν έτσι τη ζωή, για να αντέξει στην αρχή και να τρανέψει ύστερα.

Λοιπόν, πρώτα κάνουν αισθητή την παρουσία τους όλα τα πνευστά, το ένα μετά το άλλο. Να ενισχύσουν την ανάσα όσο περισσότερο γίνεται, γιατί ποτέ δεν είναι αρκετή. Είναι μεγάλη η ανηφόρα και η προσπάθεια σκληρή. Το κλαρινέτο, το σαξόφωνο, η τρομπέτα, όλα επί ποδός. Κι ο αέρας, περνώντας από μέσα τους, να γλυκαίνει και μουσική να γίνεται. Γλυκιά, αργή, μεθυστική.

Ένας αόρατος χορός αρχίζει να στήνεται. Κι όταν μια άρπα δίνει το σύνθημα, ακολουθούν πίσω της το βιολοντσέλο και η βιόλα. Κάτι κλαίει, κάτι σκιρτά και χαίρεται. Κάτι αισθάνεται. Η αγάπη είναι εδώ. Τη νοιώθεις να πλανιέται πάνω απ’ όλους κι από όλα. Η ψυχή ραγίζει και επαναστατεί. Και διεκδικεί.

Την ίδια ώρα, το τύμπανο, που ακούγεται όλο και πιο δυνατά, επισφραγίζει και οριοθετεί αμετάκλητα την πορεία. Η ζωή έχει πια ριζώσει για τα καλά και πίσω δε γυρίζει. Αποφασιστική, μα ελαφροπατώντας. Στιβαρή, μα και ερωτική. Κατάφαση που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Ήρεμα, στην αρχή, αργότερα πιο έντονα. Ίσως μονότονα για κάποιους, για άλλους πάλι όχι. Σίγουρα, όμως, όλο και πιο έντονα. Κάτι παλεύει και αγωνίζεται ν’ αναδυθεί. Κάτι δε συμβιβάζεται και επιμένει να επιβάλει έναν ρυθμό υποβλητικό, μεθυστικό, καθηλωτικό.

Ένα μπολερό παίρνει πια σάρκα και οστά. Μια σύνθεση, μια ορχήστρα σαν ένα σώμα, ένας μαέστρος – η ψυχή. Μια μελωδία, ίσως κι ένας χορός. Αργός, λικνιστικός. Κι η μουσική διαρκώς και εμπλουτίζεται με νέα όργανα και δυναμώνει. Και θεριεύει. Και απαιτεί. Και υψώνεται. Στο τέλος, θριαμβεύει, οριστικά και αμετάκλητα.

Ένα μπολερό, που γεννήθηκε κάποτε σαν ψίθυρος, κορυφώνεται σε ένα ξέσπασμα ερωτικό. Σε μια έκδηλη παρουσία, σε μια ταυτότητα. Με μια αίσθηση τετελεσμένου, μια πίστη ύπαρξης αναντίρρητης, μια ελπίδα τελείωσης. Και πάνω απ’ όλα, μια αγάπη νεότευκτη, που αναδύεται και ξαναβυθίζεται από ψυχές σε ψυχές. Από εδώ και μέχρι το άπειρο. Από το ορατό στο αόρατο, σαν αντίδωρο, σαν αναγνώριση, σαν συμφωνία τελειωτική.

Ένα μπολερό τελειώνει επελαύνοντας, για να ακολουθήσει η σιωπή. Μα μια σιωπή μεστή νοήματος. Κι είναι παράξενο. Υπάρχει η διάχυτη εντύπωση, πως τίποτε δεν έχει τελειώσει. Λες κι σύνθεση συνεχίζει να επαναλαμβάνεται σε χώρο μυστικό. Ίσως, γιατί ότι έχει η αγάπη ζωντανέψει – και κερδίσει – δε χάνεται ποτέ. Υπάρχει κάπου, έτσι όπως την έχουμε γνωρίσει. Γλυκιά και μεθυστική. Ισχυρή και θριαμβεύουσα. Και, επιπλέον, δοξασμένη με τη δόξα της επιτέλεσης του έργου. Της πραγμάτωσης, δηλαδή, του ονείρου και της κατάκτησης του οράματος της αιωνιότητας...

(Κώστας Μπούζας, 2025)

Σάββατο 19 Απριλίου 2025

Οι τρεις προσευχές

 



Ο γέροντας, εδώ και λίγη ώρα, παρέμενε αμίλητος και σκεφτικός. Ο άλλος, απέναντί του, όρθιος, περίμενε μ’ αδημονία την απάντησή του. Το ερώτημά του, ή μάλλον καλύτερα το αίτημά του ήταν τρεις προσευχές. Ζητούσε από τον γέροντα να του υποδείξει τρεις προσευχές, μία για το κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.

Θα πίστευε κάποιος, ότι κάτι τέτοιο δε θα παρουσίαζε και σοβαρή δυσκολία για έναν μοναχό, που είχε αφιερώσει στον Θεό σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Σαν σοφός όμως που ήταν ήξερε, πως έπρεπε οι προσευχές αυτές να αντιπροσωπεύουν τον επισκέπτη του, να μιλούν στην καρδιά του. Μόνο έτσι θα τις αγαπούσε και δε θα τις αποχωριζόταν ποτέ.

Η επιλογή στάθηκε τελικά πιο εύκολη, απ’ όσο τουλάχιστον του φάνηκε στην αρχή. Μ’ ένα συγκρατημένο χαμόγελο, γυρίζοντας προς το μέρος του, τον ρώτησε: “Ποια προσευχή ξέρεις εσύ;”. Άμεση ήρθε η απάντηση: “Το Πάτερ ημών. Αυτό λέγαμε κάθε μέρα στο σχολείο. Απ’ έξω το είχα μάθει, όπως και όλα τα παιδιά. Και καθώς το θυμήθηκα, τώρα δα, έφερα στον νου μου εκείνα τα ευτυχισμένα χρόνια, τα παιδικά. Τότε που φτερούγιζε η ψυχή από χαρά. Ερχόταν, θυμάμαι, η προσευχή, νωρίς το πρωί, στη σχολική παράταξη, για να σηματοδοτήσει την αρχή μιας ακόμη νέας μέρας. Μιας μέρας που περιμέναμε μ’ ανυπομονησία, για όλα όσα απλόχερα είχε να μας προσφέρει. Κι έτσι όπως τη συνδυάσαμε με τις ευτυχισμένες μας στιγμές, την αγαπήσαμε. Πολλές φορές, μάλιστα, τη λέγαμε και μόνοι. Είχαμε μάθει και την εξήγησή της”. Ο καλόγερος χαμογέλασε μ’ ένα ύφος κατανόησης. “Αυτή, λοιπόν, θα είναι η προσευχή σου για τον Πατέρα” του είπε.

Χωρίς να πάρει τα μάτια του απ’ τον προσκυνητή, έτσι, σαν να κουβεντιάζει, χωρίς εκείνος να αντιληφθεί τον σκοπό του, τον ξαναρώτησε: “Μήπως, στ’ αλήθεια, θυμάσαι τη μάνα σου, να λέει κάποια προσευχή;”. Καθώς ήταν βαθύς γνώστης της ψυχής, ήθελε να επενδύσει στη ζεστασιά της ανάμνησης παλιών, αγαπημένων του στιγμών. Και ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές, αν όχι εκείνες με τη μητέρα; Η αντίδραση του άλλου υπήρξε άμεση: “Σαν να τη βλέπω μπροστά μου”, ξεκίνησε να λέει με συγκινημένη φωνή. “Σε κάθε δυσκολία, λύπη, ή πρόβλημα, να λέει τα ίδια πάντα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με. Πολλές φορές, μάλιστα, τα έλεγε χωρίς κάποια προφανή αιτία. Ίσως προκαταβολικά, για κάποιους φόβους που είχε. Δεν ξέρω”. “Ήδη θα το κατάλαβες, προτού σου το πω”, πήρε τον λόγο ο καλόγερος. “Αυτή, η ευχή όπως τη λέμε, θα είναι η δεύτερη προσευχή σου, που θα απευθύνεται στον Υιό. Για να ζητάς την προστασία Του, μα και για να θυμάσαι, λέγοντάς την, τη μάνα σου και να γλυκαίνεται έτσι η καρδιά σου”.

Χωρίς να διακόψει καθόλου, συνέχισε: “Σίγουρα θα πρέπει να θυμάσαι, από το σχολείο, μία ακόμη προσευχή. Αυτήν που απευθύνεται στο Άγιο Πνεύμα, για να φτάσουμε έτσι και στο τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Δεν είναι άλλη από το Βασιλεύ Ουράνιε. Είναι τόσο περιεκτική και εμπνευσμένη. Αποτελεί ύμνο και παράκληση μαζί. Και βέβαια δε θα έλεγα κάτι καινούριο, αν πρόσθετα ότι διαθέτει μια έντονη επιβλητικότητα, αλλά και υποβλητικότητα, και διακρίνεται από ένα εξαιρετικό ποιητικό ύφος. Δοκίμασε να την απαγγείλεις μερικές φορές, και τότε θα τα νοιώσεις όλα αυτά που σου είπα. Σιγά σιγά, θ’ αρχίσεις να αισθάνεσαι κι ακόμη περισσότερα. Να, κάτι σαν μια ζεστασιά, σαν ζωντάνια να σε κατακλύζει. Κι έτσι θα την αγαπήσεις κι αυτήν, όπως και τις άλλες. Αυτή θα είναι και η τρίτη προσευχή σου, για το Άγιο Πνεύμα”.

Έμειναν, για λίγο, και οι δυο τους σιωπηλοί. Ύστερα, ο γέροντας του έβαλε στο χέρι έναν σταυρό και ένα κομποσκοίνι για την ευχή, όπως του είπε. Καθώς εκείνος έφευγε, τον ξεπροβόδισε με δύο τελευταία λόγια: “Τώρα έχεις και τις τρεις προσευχές σου. Έχεις, λοιπόν, έναν θησαυρό ολόκληρο, μην το ξεχνάς ποτέ αυτό. Γιατί η προσευχή είναι είναι το εξαιρετικό προνόμιο του ανθρώπου, να απευθύνεται προσωπικά στον Θεό”.

(Κώστας Μπούζας, 2025)

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Γράμμα στο Σύμπαν

 


    Απόψε αποφάσισα να στείλω ένα γράμμα στο Σύμπαν. Κάτι σαν ανοιχτή επιστολή, για κάθε πιθανό παραλήπτη. Θα το στείλω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μάλιστα. Θα το εκτοξεύσω στο διάστημα, και θα το αφήσω να περιπλανιέται στις αβύσσους του χώρου και του χρόνου.

Πως θα άρχιζε και πως θα τελείωνε αυτό το μήνυμα, δεν το έχω σκεφτεί ακόμη. Έτσι κι αλλιώς, δε θα είχε κάποιον ιδιαίτερο σκοπό. Πιο πολύ θέλω να μιλήσω με κάποιον, έτσι όπως θα τα έλεγα με έναν καλό μου φίλο. Φίλους βέβαια έχω, είναι όμως κι αυτοί στην ίδια κατάσταση με μένα. Ανήμποροι να αντιδράσουν, με μένα το ίδιο απογοητευμένοι – ή και απελπισμένοι.

Ναι, καλά το καταλάβατε. Ο λόγος είναι – και πάλι – ο πόλεμος. Αλλά και η φτώχεια και η πείνα και ο τρόμος, που αυτός συνεπάγεται για όλους – ηττημένους και μη. Σαν να μην έγραψε και σαν να μην είπε κανείς, ποτέ, τίποτε. Σαν να είναι αυτή η μάστιγα, αναγκαίο κακό. Τόσο που, για πολλούς, το άκουσμά του έχει γίνει συνήθεια, αρκεί να μη συμβαίνει σ’ αυτούς.

Ναι, θα μιλήσω και πάλι για τον πόλεμο. Αλλά αφού απευθύνομαι στο Σύμπαν, και πιθανόν οι παραλήπτες των λόγων μου να δυσκολευτούν να κατανοήσουν λεπτομέρειες, μια πραγματικότητας τόσο άγνωστης σ’ αυτούς, θα περιοριστώ σε γενικότητες.

Θα τους περιγράψω, πιθανόν, τον πλανήτη μου. Έναν βράχο, σε ένα ηλιακό σύστημα από τα δισεκατομμύρια που υπάρχουν, σε έναν γαλαξία από τα δισεκατομμύρια που υπάρχουν.  Έναν κόκκο, αόρατο στην αχανή έκταση του διαστήματος. Ύστερα, θα τους μιλήσω για τη ζωή που φιλοξενεί. Πρώτα για εκείνη, την απειλούμενη, την υπό εξαφάνιση. Έπειτα, για το κυρίαρχο είδος, δηλαδή τον άνθρωπο. Το πλάσμα με νου και λογική. Το προικισμένο, τόσο πλουσιοπάροχα, από τον Δημιουργό.

Σ’ αυτό λοιπόν το σημείο, είναι που δυσκολεύομαι να συνεχίσω.  Πώς να εξηγήσω, ότι αυτό το ον παρουσιάζει τόσο αυτοκαταστροφικές τάσεις. Ότι αδυνατεί, από τη μια να εκτιμήσει την ομορφιά του κόσμου του, και από την άλλη να νοιώσει δέος για το άπειρο που τον περιβάλλει. Ότι πασχίζει, ολοένα, εναντίον των πάντων. Ότι έχει κηρύξει τον πόλεμο σε όλους. Ο συγγενής στον συγγενή, η ομάδα στην ομάδα, η πόλη στην πόλη, το κράτος στο κράτος, η θρησκεία στη θρησκεία, η ιδεολογία στην ιδεολογία, το συμφέρον στο συμφέρον, η γνώμη στη γνώμη. Και πέρα απ’ όλα αυτά, η ανθρωπότητα, σαν σύνολο, στη φύση. Στο σπίτι της το ίδιο. Δε θα το καταλάβουν…

Τώρα που το σκέφτομαι ξανά, άλλαξα γνώμη. Θα τους περιγράψω πόσο όμορφος είναι ο πλανήτης μου. Θα τους πω για τα χρώματα. Όλοι γνωρίζουν κάποιου είδους χρώματα. Για την ποικιλία των ζώων και των φυτών. Δε μπορεί, κι αυτοί θα έχουν κάποια. Θα τους μιλήσω και για το γάργαρο νερό και για τα πανύψηλα βουνά. Δε θα παραλείψω και τον ακούραστο άνεμο, μα και τον ζωοδότη ήλιο. Είμαι σίγουρος ότι μπορούν να τα νοιώσουν όλα αυτά. Και θα συνεχίσω, μ’ όλους αυτούς που εξακολουθούν ν’ αγαπούν και να νοιάζονται. Που εύχονται κι ελπίζουν. Που, ακόμη, ενθουσιάζονται σαν τα μικρά παιδιά και θαυμάζουν.

Ίσως βέβαια, μετά απ’ όλα αυτά, οι παραλήπτες αυτού του μηνύματος να αναρωτηθούν για τον σκοπό, που αυτό εξυπηρετούσε. Στο κάτω κάτω, όλα αυτά θα τα θεωρήσουν μάλλον φυσιολογικά για έναν κατοικήσιμο – και κατοικημένο – πλανήτη. Σ’ αυτό το σημείο, όμως, είναι που θα τους τονίσω, ότι για μας δεν είναι αυτονόητα. Γιατί εμείς έχουμε  πόλεμο. Έτσι, ίσως να συμπονέσουν εκείνους που αγάπησαν αυτόν τον κόσμο και πάσχισαν γι’ αυτόν.

Πάντως σκέφτομαι ότι, επειδή το Σύμπαν είναι αχανές, είναι ενδεχόμενο αυτό το γράμμα να μην το παραλάβει κανείς. Πάλι, όμως, ίσως να το έχει παραλάβει ήδη κάποιος, απ’ τη στιγμή που υπήρχε η σκέψη να γραφτεί...


(Κώστας Μπούζας, 2025)

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Οι δύο τρόποι να ζεις

 


Υπάρχουν δύο τρόποι να ζεις, που οδηγούν σε δύο διαφορετικούς προορισμούς:

- Να λυπάσαι για όσα δεν έχεις, ή να χαίρεσαι για όλα αυτά που έχεις.

- Να αφήνεις τα προβλήματά σου να σε καταρρακώνουν ψυχικά, 

ή να τα θεωρείς σαν ευκαιρία για μάθηση, αλλά και σαν απόδειξη ότι ζεις.

- Να προσμένεις, συνεχώς, κάποιο αδιόρατο μέλλον, 

ή να χαίρεσαι την κάθε σου στιγμή, σαν μοναδική.

- Να παρακολουθείς τους άλλους να ζουν, ή να ζεις.

- Να μη βρίσκεις σε τίποτε νόημα, ή – αντίθετα – να βλέπεις τα πάντα, ως πλήρη νοήματος.

- Να ενεργείς μηχανικά, ή να δίνεις σημασία σε κάθε σου ενέργεια,

αντιλαμβανόμενος την ευθύνη των πράξεών σου.

- Να φοβάσαι τη μοναξιά, αφού φοβάσαι τόσο πολύ τον άγνωστο εαυτό σου, 

ή να την εκμεταλλεύεσαι, για να τον γνωρίσεις κι έτσι να τον αγαπήσεις.

- Να προσπαθείς να ανακαλύψεις την ασχήμια, κι αν δεν υπάρχει να την δημιουργείς, 

ή να ενθουσιάζεσαι με την κάθε ομορφιά που συναντάς, προσέχοντάς την συνειδητά.

- Να περιφρονείς την κάθε ατέλεια και να αδιαφορείς γι’ αυτήν, συμβάλλοντας έτσι στη διαιώνισή της, 

ή να τη βλέπεις σαν μια ευκαιρία για μια ακόμη δημιουργική προσπάθειά σου.

- Να αρνείσαι την ύπαρξη θαυμάτων, ή – αντίθετα – να πιστεύεις ότι τα πάντα είναι ένα θαύμα.

- Να είσαι ακροατής αποκλειστικά του εαυτού σου, ή να μπορείς ν’ ακούς και τους άλλους.

- Να κρίνεις και να κατηγορείς, χωρίς δεύτερη σκέψη, όποιον συναντάς για τα λάθη του, 

ή να τον κατανοείς, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις συνθήκες που τον οδήγησαν σ΄ αυτά, 

έχοντας μάλιστα προσέξει, από πριν, και τις δικές σου αστοχίες.

- Να θεωρείς, εν τέλει, τους άλλους κακούς, προσέχοντας τα ελαττώματά τους, 

ή καλούς, δίνοντας βαρύτητα στα προτερήματά τους.

- Να εκδικείσαι, ή να συγχωρείς.

- Να μισείς, ή ν’ αγαπάς.

- Τελικά, να είσαι δυστυχισμένος ή ευτυχισμένος.

Αν συνεχίσεις επ’ αόριστον τον ίδιο συλλογισμό, θα ανακαλύψεις ότι σε κάθε τομέα της ζωής και σε κάθε περίπτωση που συναντάς, μπορείς να ακολουθείς τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντιμετώπισης, που ο καθένας τους, στην ουσία, διαμορφώνει και μια αντίστοιχη στάση ζωής.

Αυτοί οι δύο τρόποι έχουν και ονόματα: Φόβος και Αγάπη.

Ονόματα έχουν και οι δύο προορισμοί της ψυχής: Θάνατος και Ζωή.

(Κώστας Μπούζας, 2024)

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

Λόγοι ζωής

    


    Πλησίαζε σούρουπο. Ο γέροντας, αποκαμωμένος απ’ όλους αυτούς που είχε δεχθεί, ετοιμαζόταν ν’ αποσυρθεί στο καλύβι του. Στο μεταξύ, έριχνε μερικές τελευταίες ματιές πέρα στο πέλαγος. Τον ξεκούραζε αυτό, να αγναντεύει μακριά, τον ορίζοντα. Αυτό είναι ο άνθρωπος, σκέφτηκε. Ένας ορίζοντας που σμίγουν η γη κι ο ουρανός. Από τη μια μεριά, το χώμα, ο πηλός. Από την άλλη, πάλι, η ψυχή, η μέσα ασίγαστη φωτιά. Μια μεθόριος, όπου παλεύει αδιάκοπα, ως άνω θρώσκων, να μετουσιώσει την ύλη σε πνεύμα, όπου ψάχνει μες στο ορατό, να ανιχνεύσει το αόρατο.

Έτσι καθώς είχε βυθιστεί στον ρεμβασμό του, άργησε να αντιληφθεί τον νεαρό άντρα, που στεκόταν όρθιος μπροστά του. Πόση άραγε ώρα, αναρωτήθηκε. Εκείνο που του έκανε εντύπωση, με την πρώτη ματιά, ήταν το βλέμμα του. Πόσα και πόσα δεν αντίκρισε μέσα εκεί. Φόβο και αγωνία. Και αναστάτωση κι απόγνωση. Και θλίψη και πόνο. Πάνω απ’ όλα, όμως, μια τεράστια απελπισία και μια αβυσσαλέα ερημιά.

Όπως το περίμενε, οι ερωτήσεις έπεσαν βροχή από τον τελευταίο αυτόν επισκέπτη. Έβαλε κι ο ίδιος κατά μέρος την κούρασή του. Είχε μπροστά του έναν άνθρωπο, που τον καλούσε σε βοήθεια. Έπρεπε να τον στηρίξει, να του δώσει κουράγιο. Μα πάνω απ’ όλα, ήταν επείγουσα ανάγκη να του εμπνεύσει όραμα. Να του υποδείξει στόχους. Να του προσφέρει προορισμό. Τι φοβερή που είναι, σκέφτηκε, ετούτη της ψυχής η σκοτεινιά. Του μίλησε ώρα πολλή:

- Το κενό; Τίποτε άλλο από την έλλειψη σκοπού.

- Ο φόβος; Αυτό το ίδιο το κενό που δημιουργείται, εκεί που εν υπάρχει τίποτε να πάρει τη θέση του. Και μην παραξενευτείς, κατά μία έννοια, το αντίθετο της αγάπης.

- Ναι, η αγάπη δεν είναι, απλά, ένα συναίσθημα. Είναι μορφή συνείδησης, στάση ζωής.

- Πότε, ας πούμε, για τελευταία σου φορά συγκινήθηκες, ενθουσιάστηκες, συγκλονίστηκες με κάτι; Πότε, με άλλα λόγια, έθρεψες την ψυχή σου; Πότε κυνήγησες τη δική σου πραγματικότητα;

- Ναι, έτσι ενδυναμώνεται ο μέσα άνθρωπος. Μ’ αυτό που μιλάει στην καρδιά του. Και με ακόμη κάτι. Με το να στραφεί στον εαυτό του. Να τον αναζητήσει. Να συγκεντρώσει, έτσι, σε μια ενότητα τα σκορπισμένα του κομμάτια: συναίσθημα και νόηση, ψυχή και νου.

- Και ο σκοπός, εκείνος ο ύψιστος προορισμός; Μα τι άλλο από την αναζήτηση του ίδιου του Θεού; Και για ν’ αρχίσεις, πρέπει πρώτα τον άνθρωπο δίπλα σου να συναντήσεις.

- Τον άλλο, λοιπόν, σαν θέλεις να κερδίσεις, πρέπει να προκαταβάλεις το αντίτιμο: Την προσοχή σου, το ενδιαφέρον σου, την ευσπλαχνία σου. Για να το κάνεις όμως αυτό, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να αντιληφθείς την παρουσία του. Και εννοώ, να τον νοιώσεις σαν σύντροφο στην κοινή πορεία, και όχι σαν συμπλήρωμα δικό σου. Πάνω απ’ όλα, διώξε τον εγωισμό. Παραιτήσου από την ανάγκη – και την αγωνία – της αυτοεπιβεβαίωσης.

- Μην έχεις άγχος για τίποτε. Ένα μόνο είναι σίγουρο, ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Δε μπορείς να ελέγξεις τα πάντα. Πρέπει, αναγκαστικά, να δείξεις εμπιστοσύνη σε κάποιους. Και, σίγουρα, στον Θεό. Δεν πρόκειται να σε εγκαταλείψει ποτέ.

- Και κάτι ακόμη. Έχε υπομονή. Σιγά σιγά, όσο ανθίζει η αγάπη μέσα σου, θα νοιώθεις δυνατός. Και ξαφνικά, μια μέρα, θα ανακαλύψεις πως δεν υπάρχει φόβος μέσα σου. Δεν θα βρίσκεται πια τόπος γι’ αυτόν.

- Χαίρομαι τόσο που χαμογελάς. Στο γέλιο, πρέπει να ξέρεις, υπάρχουν χαρά, συναίσθημα κι ενέργεια. Υπάρχουν ομορφιά και θεραπεία. Κυριολεκτικά, κάτι συμβαίνει μέσα σου. Είναι ύψιστο δώρο του Θεού. Δεν είναι τυχαίο πως όλα τα πλάσματα κλαίνε, μα μόνο ο άνθρωπος γελά.

- Σου εύχομαι, λοιπόν, να χαμογελάς πάντοτε αντίκρυ στη ζωή. Και να νοιώθεις βαθειά χαρά για όλα όσα είσαι: σώμα, ψυχή και πνεύμα.

Και ο γέροντας ένοιωσε μια θέρμη στην καρδιά του, σημάδι αλάνθαστο πως είχε αγγίξει εκείνη την, μέχρι την ώρα τούτη, απελπισμένη ψυχή. Και χαμογέλασε κι αυτός.

Έμειναν για αρκετή ώρα αμίλητοι κι οι δυο τους. Τα λόγια είναι σαν το νερό που πέφτει σε μια στάμνα. Θέλουν τον χρόνο τους, πρώτα να σταλάξουν αργά αργά, κι έπειτα να βρουν την τελική τους θέση. Κι όταν αυτό συμβεί, το μαρτυρά η αλλαγμένη πια διάθεση, που μοιάζει με την γαλήνια  επιφάνεια του ήρεμου νερού.

Στο τέλος, ξαναγύρισε το βλέμμα του κατά το πέλαγος, εκεί που μόλις είχε βυθιστεί ο πορφυρός ήλιος. Οι ανταύγειές του φώτιζαν ακόμη, βάφοντας τον ουρανό. Στράφηκε προς τον επισκέπτη.

- Έχεις, ποτέ σου, προσέξει τον ορίζοντα;

(Κώστας Μπούζας, 2024)


Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

Αστρική περιπλάνηση

 


Όπως κάθε βράδυ, καθόταν σ’ ένα βράχο, στην ακροθαλασσιά, και κοίταζε τα άστρα. 

Η εικόνα δεν με εξέπληξε. Ήταν εξάλλου κάτι που είχα συνηθίσει, όπως και η μόνιμη ποιητική του διάθεση.

Μόλις με αντιλήφθηκε, γύρισε αμέσως προς το μέρος μου. Ήταν κάτι που δε συνήθιζε, αφού και τις ώρες που μου μιλούσε, σχεδόν πάντα, συνέχιζε να κοιτάει τον ουρανό. Με κοίταξε αφηρημένα, και από το βλέμμα του κατάλαβα, ότι το μυαλό του έτρεχε αλλού.

Θέλοντας να σπάσω τη σιωπή, αλλά και να διαπιστώσω τις σκέψεις του, αποφάσισα να τον ρωτήσω κάτι, οτιδήποτε. Διάλεξα αυτό που φαινόταν να αποτελεί το αντικείμενο της προσοχής του. Τον ρώτησα, λοιπόν, αν γνωρίζει ότι κάποιοι αρέσκονται να δίνουν δικά τους ονόματα στ’ αστέρια, ειδικά τα μικρά, τα οποία στους χάρτες του ουρανού αναφέρονται μόνο με ένα γράμμα της αλφαβήτου – αυτό τα χαρακτηρίζει και το όνομα του αστερισμού στον οποίο ανήκουν.

Στο άκουσμα των λόγων μου, θα έλεγα πως αναπήδησε από τη θέση του, από ενθουσιασμό. Ασθμαίνοντας, μα με έκδηλη χαρά, μου απήγγειλε ένα πρόσφατο ποίημά του, που ήδη το γνώριζα:

Θάθελα νάχα ένα αστέρι μέσα στα πολλά. Δε ζήτησα μες στης νυχτιάς τη συλλογή το πιο λαμπρό, γιατί τ’ αστέρι το λαμπρό, τα μάτια μη τυχόν φοβάμαι μου θαμπώσει. Τα μάτια μου, που στου Χειμώνα τη μουντή βροχή λησμόνησαν το φως. Αρκεί να φέγγει όσο εγώ μπορώ να δω. Ας είναι ένα απ’ τα πολλά, φτάνει νάναι δικό μου.

Ούτε το θέλησα να είναι στην κορφή του ουρανού, στου θόλου του απέραντου το κέντρο να φαντάζει. Γιατί τ’ αστέρι το ψηλό θέλει δρόμο πολύ για να το φτάσεις, κι άμα τ’ αγγίξεις, χέρια να έχεις πρέπει δυνατά να το κρατήσεις. Ας είναι εκεί στο βάθος, ν’ αχνοφέγγει δίπλα στο βουνό, στο όριο του ορίζοντα, φτάνει νάναι δικό μου”.

Του παρατήρησα, ότι μου φαινόταν λίγο ερωτευμένος. Αυτός, με τη σειρά του, σαν απάντηση, αμέσως και χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, συνέχισε με κάτι άλλο που αφορούσε την αγάπη:

Είναι αστέρια οι ψυχές μας, είπανε, απρόσιτα, έτη φωτός το ένα από το άλλο αφού απέχουν. Τότε κι εμείς ταχύτητα αγάπης αναπτύξαμε, και την ενότητα του σύμπαντός μας κατορθώσαμε”.

Έμεινα έκπληκτος. Δεν ήξερα αν κι αυτό ήταν δικό του, όπως το προηγούμενο, ή κάποιου άλλου. Με εντυπωσίασε, πάντως, η ετοιμότητά του. Ίσως κάτι τέτοιο να τον απασχολούσε πριν να τον συναντήσω εκείνη τη βραδιά. Αποφάσισα, τότε, να δοκιμάσω κάτι άλλο. Του ζήτησα να μου πει για τον θάνατο των αστεριών.

Φάνηκε να μελαγχολεί. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα, μήπως ήταν άστοχη, εκ μέρους μου, η επιλογή του θέματος, μιας και γνώριζα κάποιες δύσκολες καταστάσεις, που είχε ζήσει το τελευταίο διάστημα. Ήταν όμως πια αργά. Δεν άργησε, παρ’ όλα αυτά, να ξαναβρεί τον οίστρο του, και με μια δόση στόμφου, μου χάρισε μια ακόμη ποιητική νότα:

Ένα αστέρι απόψε σβήνει. Μη λυπηθείς. Κάθε ζωή έχει μια αρχή και ένα τέλος, δε θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση τα άστρα. Κι εξάλλου, σκέψου, το φως τους κάνει χρόνια για να φτάσει ως εδώ. Ίσως και από πριν ακόμα, όταν το πρωτοαντίκρυσες, ήδη νάταν νεκρό”.

Προτού ακόμη τελειώσει, είχα ήδη σκεφτεί κάτι για να απαλύνω λίγο την ατμόσφαιρα. Ήθελα πάρα πολύ να διορθώσω το προηγούμενο λάθος μου. Έτσι αυτή τη φορά του μίλησα για γέννηση και συγκεκριμένα γι’ αυτήν των ουρανίων σωμάτων. Έτσι κι αλλιώς, τη στιγμή που κάτι πεθαίνει, την ίδια εκείνη στιγμή κάτι άλλο γεννιέται.

Οι στίχοι που ακολούθησαν στάθηκαν μια αποκάλυψη για μένα, αφού συνέδεαν τόσο αρμονικά τον θάνατο με τη ζωή. Αργά, ρυθμικά, με έμφαση πρόφερε τα παρακάτω λόγια:

Μου είπαν πως έφυγες απόψε. Στάθηκες, λέει, στων αγγέλων τον χορό. Δεξιά σου, ο φύλακας, ο αγαπημένος. Αριστερά σου ο ψυχοπομπός. Πιο πέρα οι άλλοι.

Αυτοί που έβλεπαν θαρρούσαν ήταν αστεριών χορός, ένας ακόμη στους πολλούς αστερισμός. Και απορούσαν καθώς μέτραγαν το πλήθος. Απόψε ο αριθμός δεν έβγαινε σωστός. Απόψε υπήρχε ένα αστέρι παραπάνω”.

Παρότι το ποίημα μου άρεσε – όπως και τα προηγούμενα - του επεσήμανα, ότι έβρισκα τη διάθεσή του πολύ μελαγχολική, και του τόνισα πως θα μου έκανε μεγάλη χάρη, αν άφηνε επιτέλους τους θανάτους κατά μέρος. Είχε, άραγε, κάτι μόνο για τη ζωή; Μια γέννηση, μόνη της, χωρίς τίποτε να την σκιάζει.

Χωρίς να δείξει ότι τον πείραξαν οι υποδείξεις μου, έμεινε για λίγο σιωπηλός. Σαν κάτι να πάσχιζε να θυμηθεί. Και το θυμήθηκε:

Απόψε ο ουρανός δεν είναι ίδιος, γιατί στην άκρη του έλαμψε καινούργιο αστεράκι. Και η γραμμή των οριζόντων τρυφερά τ’ αγκάλιασε. Κι ο άνεμος το φύσηξε ψηλά ν’ ανέβει”.

Θεώρησα, δεν ξέρω κι εγώ γιατί, τη στιγμή εκείνη κατάλληλη, για να τον αποσπάσω από τον ρεμβασμό του, αφού, όλη αυτή την ώρα, ακροβατούσε στα όρια αντικρουόμενων συναισθημάτων. Αποφάσισα, λοιπόν, να στρέψω την πρωτότυπη συζήτησή μας σε πιο πεζά θέματα. Με αφορμή κάποια πρόσφατα γεγονότα, ζήτησα τη γνώμη του για όλους αυτούς τους διάττοντες αστέρες της πολιτικής, της τέχνης και της κοινωνικής ζωής εν γένει, που έκαναν την εμφάνισή τους τελευταία.

Σίγουρος για το αποτέλεσμα αυτής της στροφής μου, περίμενα η κουβέντα μας να ¨προσγειωθεί” σε κάποιον ασφαλή διάδρομο της καθημερινότητας. Κι όμως αυτός, σε πείσμα των προσδοκιών μου, απάντησε με ποίημα:

Άστρα, πλανήτες, δορυφόροι και κομήτες θαύμασαν όλοι, θαμπωμένοι απ’ τη λάμψη. Ένας υπερκαινοφανής!

Λίγο αργότερα είχε μείνει μονάχα ένα νέφος αερίων. Μια μαύρη τρύπα τη θέση του κατείχε τώρα πλέον”.

Απογοητευμένος από το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μου να τον αποσπάσω από τ’ αστέρια, αλλά κι από τον ποιητικό του οίστρο, ενέδωσα κι εγώ. Παράλληλα, όμως, θέλησα και να τον προκαλέσω πάνω στο θέμα των ποιητικών του γνώσεων, ή του ποιητικού του ταλέντου. Τα λόγια μου βγήκαν κοφτά και με μια ανεπαίσθητη διάθεση θριαμβολογίας, για τη δυσκολία που θεωρούσα ότι εμπεριείχε το αίτημά μου: “Πες μου κάτι για τις μαύρες τρύπες”.

Χαμογέλασε πλατιά, κοίταξε ψηλά, και με φωνή σταθερή και δυνατή – αν και κάπως συγκινημένη – μου πρόσφερε αυτούς τους λίγους στίχους, που δε θα μπορούσε να τους ακολουθήσει τίποτε άλλο, εκτός απ’ τη σιωπή:

“Ισορροπούμε στον ορίζοντα συμβάντων. Τα ίχνη του ορίζοντα αγγίζουμε. Του χρόνου τον ορίζοντα ατενίζουμε. Ανοίγουμε ορίζοντες στον νου”.

Δε βρήκα κι εγώ τίποτε να πω – ούτε και το ήθελα. Ένα χαμόγελο μόνο είχε μείνει, άθελά μου, χαραγμένο στα χείλη μου. Είχε τελειώσει με αισιοδοξία και με ελπίδα…



Τα ποιήματα που υπάρχουν στο κείμενο έχουν γραφεί από τον Κώστα Μπούζα, και είναι με τη σειρά τα: “Ένα αστέρι”, “Φαινόμενα ψυχής”, “Αυτόπτης μάρτυς”, “Νέο αστέρι”, “Γέννηση”, “Ο υπερκαινοφανής” και “Ορίζοντες”.


(Κώστας Μπούζας, 2024)

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Η μαγεία των στιγμών

 

Το κατάστημά του βρισκόταν στο βάθος της στοάς. Απόμερο καθώς ήταν, δύσκολα κάποιος μπορούσε να το ανακαλύψει. Εξάλλου, τα υποτονικά, φθαρμένα χρώματά του και η σκονισμένη του μικρή βιτρίνα, το έκαναν να μοιάζει λίγο εκτός τόπου και χρόνου. Φαινόταν κάπως σαν ξεχασμένο. Σαν μια παράταιρη πινελιά σ’ αυτή τη γωνιά της μεγαλούπολης.

Πλησίασα. Μια ματιά ήταν αρκετή για να μου επιβεβαιώσει την προηγούμενη αίσθησή μου. Πίσω από το τζάμι αντίκρισα ένα σωρό ρολόγια… μιας άλλης εποχής. Ξυπνητήρια, αλλά και του χεριού, κουρδιστά τα περισσότερα. Υπήρχαν, ακόμη, και κάποια μεγάλα επιτραπέζια, από αυτά που στόλιζαν κάποτε μπουφέδες, τζάκια και άλλες παρόμοιες γωνιές του σπιτιού. Μερικά μάλιστα απ’ αυτά ήταν σωστά κομψοτεχνήματα, με αγαλματίδια, απομιμήσεις διαφόρων σκηνών της ζωής και διάφορα άλλα στολίδια.

Δεν άντεξα στον πειρασμό και διάβηκα το κατώφλι. Ο καταστηματάρχης, μάλλον ηλικιωμένος και αρκετά μικρόσωμος, ήταν σκυμμένος σε ένα μικρό γραφειάκι και παιδευόταν με το κούμπωμα ενός γυναικείου ρολογιού. Απορροφημένος καθώς ήταν, δε με αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή. Όταν τελικά με πρόσεξε, σηκώθηκε από την καρέκλα του, για να με υποδεχτεί εγκάρδια.

Μετά τις πρώτες συστάσεις, άρχισε να μου επιδεικνύει, με καμάρι, τη συλλογή του – έτσι ονόμαζε αυτό, που κάποιος άλλος θα αποκαλούσε εμπόρευμα. Παράλληλα, μου εξηγούσε διάφορες λεπτομέρειες που αφορούσαν τη λειτουργία, αλλά και την ιστορία των ρολογιών του. Εμένα, όμως, αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν κάποιες συνήθειες, που είχε αναπτύξει τόσα χρόνια σ’ αυτό το επάγγελμα.

Με ξάφνιασε, για παράδειγμα, το ότι κούρδιζε, κάθε μέρα, όλα του τα ρολόγια. Μου εξήγησε, ότι δεν πρέπει να σταματούν, για να δουλεύει σωστά ο μηχανισμός τους. Εκείνο, όμως, που με άφησε έκπληκτο, ήταν κάτι που ανεπιφύλακτα το χαρακτήρισα σαν ιδιορρυθμία. Συγκεκριμένα, όπως μου εκμυστηρεύτηκε δειλά, σε δύσκολες στιγμές στεναχώριας, άγχους, ή αγωνίας, έπαιρνε το ρολόι που βρισκόταν απέναντί του στο γραφείο, και το γυρνούσε μπροστά. “Τρέχω τον χρόνο μου μπροστά” έλεγε “για να περάσει γρήγορα αυτό”. Υπενθύμιζε έτσι στο εαυτό του, ότι τίποτε δεν κρατάει για πάντα. Οι καταστάσεις αλλάζουν, και τα σημερινά συναισθήματα, αύριο, θα τα διαδεχθούν σίγουρα κάποια άλλα. Αντίθετα, τώρα, θέλοντας να παρατείνει στιγμές ευτυχίας ή χαράς, μόλις ένοιωθε ότι τα συναισθήματα αυτά έπαιρναν ν’ ατονήσουν, γυρνούσε τους δείκτες πίσω. “Γυρνώ τον χρόνο πίσω, την ώρα εκείνη που χάρηκα. Θυμάμαι, έτσι, πως ένοιωσα εκείνη τη στιγμή, και μ’ αυτόν τον τρόπο η χαρά επιστρέφει” ξανάλεγε.

Εκείνο, πάντως, που ποτέ δεν παρέλειπε ο παράξενος αυτός, φιλόσοφος ρολογάς, ήταν το καθημερινό κούρδισμα. Θαρρείς κι ο χτύπος των δευτερολέπτων ήταν ο χτύπος της καρδιάς του. Σαν να ήταν συνυφασμένος με την ίδια του τη ζωή. Όπως μου εξήγησε, ο ρυθμικός αυτός ήχος του υπενθύμιζε, συνεχώς, ένα παρελθόν, που άντεξε ώστε ν’ αξιωθεί να είναι σήμερα παρόν, και βάσιμα φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε μέλλον.

Όταν έφυγα από το κατάστημα, πολύ αργότερα, είχα την εντύπωση ότι βγήκα από μία χρονοκάψουλα στην πραγματική ζωή. Η επίσκεψή μου όμως αυτή, μου είχε αφήσει μια αίσθηση περίεργη. Κάτι σαν μια απροσδιόριστη νοσταλγία, σαν μια μελαγχολία ανεπαίσθητη, ανάμικτη με μια ρομαντική διάθεση. Κι ο χώρος ξεπηδούσε κι αυτός στο μυαλό μου, σαν ο τόπος που αυτός ο αλχημιστής, ο μύστης του χρόνου, δημιουργούσε την αυστηρά προσωπική του μαγεία. Υποσχέθηκα, τότε, στον εαυτό μου, κάποτε να επιστρέψω.

Άργησα να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου. Ο ρυθμός της ζωής, οι καθημερινές φροντίδες και ασχολίες και τόσα άλλα, με έκαναν και ξέχασα τελείως αυτόν τον δεξιοτέχνη των στιγμών, των ολόδικών του, μοναδικών στιγμών. Όταν ξαναπέρασα τυχαία από κει, μετά από καιρό, το κατάστημα ήταν κλειστό και άδειο. Σύνταξη; Αναδουλειές; Κάποιο δυσάρεστο συμβάν; Ποιος ξέρει… Άραγε κουρδίζει ακόμη τα αγαπημένα του ρολόγια; Ή μήπως όχι; Θα ήταν θλιβερό, γιατί θα σήμαινε ότι ο προσωπικός του χρόνος, όπως θα έλεγε κι ο ίδιος, έλαβε τέλος.



(Κ. Μπούζας, 2024)