Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ


            Τις νύχτες ονειρεύεται η πόλη
            με όνειρα θαμπά απ΄ τον καπνό,
            σε μια παραίσθηση βουβή βυθίζεται όλη,
            σ’ ένα ταξίδι που δεν έχει τελειωμό.

           
Ακούω ανάσες να χορεύουν στο σκοτάδι.
            Ακούω βήματα να ηχούνε δυνατά.
            Ακούω ψίθυρους, τους ίδιους κάθε βράδυ.
            Ακούω κλάματα πνιχτά και βογγητά.

           
Κι ο ίλιγγος συνέχεια δυναμώνει
            κι ο νους ραγίζει όπως το γυαλί,
            τα νεύρα του τσακίζει σε αμόνι
            και τις αισθήσεις του τρυπάει με κεντρί.

           
Τα χρόνια πίσω όταν βλέπει τον πονάνε,
            τα μπρος τα χρόνια τρέμει να τα δει,
            οι σκέψεις του βελόνες που τρυπάνε,
            οι μέρες του αγωνία και ντροπή.

           
Μοναδικός του πόθος τώρα πια η δόση,
            φροντίδα μόνη του απλά να μην πονά,
            μοναδικό του άγχος πλέον πως θα δώσει
            στο βαποράκι όσα του ζητά.

           
Τη μέρα που θα έρθει θα ’ναι μόνος,
            πιο μόνος κι απ’ τ’ αγέρι που φυσά,
            θα νοιώθει τότε να’ έχει φύγει πια ο πόνος
            καθώς θα ταξιδεύει μακριά.

           (Κώστας Μπούζας: 2010)

ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



           Τακούνια στον δρόμο ακούγονται πέρα
            κι αρώματα γύρω τη νύχτα μεθούν,
            μαλλιά όλο χάρη πετούν στον αέρα,
            φωνές όλο γλύκα αισθήσεις ξυπνούν.

           
Η φούστα φρενάρει τρεις πόντους πιο κάτω.
            Η μπλούζα τεντώνει, στενή κι ανοιχτή.
            Τα πόδια, κολώνες χυτές παρακάτω.
            Το στήθος προβάλλει στητό και βαθύ.

           
Στην άκρη στημένη ανάβει τσιγάρο,
            μια άλλη γερμένη βιτρίνες κοιτά
            και κάποια πιο πέρα σιγά, θα σε πάρω,
            ακούω να λέει αργά και βραχνά.

           
Και μάγισσες άλλες τη θέση τους παίρνουν,
            στα φώτα λικνίζονται τώρα αυτές,
            μεθάνε, ζαλίζουν, κοντά τους σε σέρνουν
            σαν γόησσες που ’ναι, συλφίδες σωστές.

           
Ιέρειες της νύχτας, μαΐστρες της πόλης,
            σταγόνες ιδρώτα σε χείλια στεγνά,
            του πόθου νεράϊδες της ύπαρξης όλης
            σκιές δίχως στίγμα γλυστρούν στα στενά.

           
Κι η νύχτα περνάει, η μέρα ζυγώνει,
            οι πόθοι μερεύουνε σιγά σιγά.
            Βαριά ανασαίνει, τα πόδια διπλώνει,
            τα λόγια του έρωτα σβήνουν κι αυτά.

           (Κώστας Μπούζας: 2010)
 

ΨΗΦΙΑΚΗ ΧΙΟΝΑΤΗ



            Το πρόσωπό της ραγισμένο σα γυαλί.
            Τα μάτια της δυο κάρβουνα σβησμένα.
            Το δάκρυ της από άλλη εποχή.
            Τα λόγια της τραγούδια ξεχασμένα.

           
Είν’ η Χιονάτη των παραμυθιών
            κλεισμένη σ’ ίδρυμα βαρέων νοσημάτων.
            Την αποδιώξαν απ’ το γέλιο των παιδιών
            στην εποχή των ανυπόστατων θαυμάτων.

           
Είν’ η Χιονάτη που ’γινε ψηφιακή
            κι από οθόνες μέσα τώρα μας μιλάει.
            Είν’ η Χιονάτη που ’χει πια θεραπευτεί,
            σ’ ανταλλακτήρια την μαγεία της πουλάει.

           
Τα παραμύθια έχουν σκορπίσει τώρα πια,
            τα θάμπωσε το φως του προβολέα.
            Στις πίστες ξεπουλιέται η ομορφιά
            κι η θλίψη εξαπλώνεται ραγδαία.

           (Κώστας Μπούζας: 2010)

Η ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ



            Εξουσιαστές, κατακτητές, νεοταξίτες,
            πολέμου έμποροι, αγύρτες και προφήτες,
            ψηλά καπέλα με γραβάτες κι επωμίδες,
            αλήτες δούλοι τους, πιστές τους παλλακίδες.

           
Και πίσω εμείς, ανώνυμοι κομπάρσοι, τραγικοί,
            ζωή να δίνουμε σ’ αυτά που υπάρχουν στο χαρτί,
            χορός αόρατος σ’ αρχαία τραγωδία,
            βουβές φωνές σε φάλτσα χορωδία.

           
Μια ζάλη είναι ομαδική που ξαναζεί
            σε σκοτεινή κι ανώριμη εποχή.
            Μια υστερία που στερεύει το μυαλό,
            ο ύπνος που ταράχτηκε απ’ όνειρο τρελλό.

           
Θα έρθει κάποτε μια άλλη εποχή,
            κομμάτια που θα γίνουν τούτα σαν γυαλί
            που τρίζει απ’ το πάτημα του ανύποπτου διαβάτη.
            Καθρέφτης που συντρίφτηκε δεν δείχνει την απάτη.

           
Και ψίχουλα ασήμαντα όλοι αυτοί,
            περιστεριών κυνηγημένων πρόχειρη τροφή.
            Σαν σκόνης μόρια, αόρατα, χαμένα,
            στου ορίζοντα τις άκρες σκορπισμένα.

           (Κώστας Μπούζας: 2010)

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Ορόσημα Ψυχής (Το τραγούδι των Μηχανικών)



Σε γνώρισα θυμάμαι το τριάντα,
στους δύσκολους καιρούς της προσφυγιάς,
κρατούσες σχέδια στο χέρι όπως πάντα
και έναν χάρακα στην τσέπη της καρδιάς.
·         
Μου έδειξες τη γη να περιμένει,
τον άνθρωπο να θέλει όσα μπορεί,
στα μάτια σου μια σπίθα αναμμένη,
το βλέμμα σου σε μια άλλη εποχή.
·         
Και μου ’δειξες τον τόπο να μερεύει
και είδα να μοιράζεται η γη,
τον άνθρωπο είδα πάλι να παλεύει
να φτιάξει μια καλύτερη ζωή.
·         
Δεν ζήτησα να μάθω τ’ όνομά σου,
παράξενο αλήθεια που ’ναι αυτό,
σαν όλους όσους βρίσκονταν κοντά σου,
σε φώναζα κι εγώ Μηχανικό.
---
 Σαν άνεμος γλυστρίσανε τα χρόνια
και πάλι ήρθαν δίσεκτοι καιροί,
τα χνάρια του πολέμου από κανόνια,
παντού τριγύρω η καταστροφή.
·         
Εκεί σε ξαναβρήκα να πασχίζεις
να στήσεις μια καλύτερη ζωή
και μέσα απ’ τα ερείπια να χτίζεις
ελπίδα στην θλιμμένη τους ψυχή.
·         
Μου έδειξες μια χώρα ρημαγμένη,
ανάσες ραγισμένες σαν γυαλί,
στα μάτια σου μια σπίθα αναμμένη,
το βλέμμα σου σε μια άλλη εποχή.
·         
Και είδα την ελπίδα να κερδίζει
και την καρδιά να ξεκινάει απ’ την αρχή,
τον άνθρωπο μ’ υπομονή να χτίζει
τα όνειρά του για καλύτερη ζωή.
·         
Δεν μπόρεσα να μάθω τ’ όνομά σου,
παράξενο αλήθεια που ’ναι αυτό,
όλοι αυτοί που βρίσκονταν κοντά σου
σε φώναζαν απλά Μηχανικό.
· 
Τα χρόνια κύλησαν κι ανάσανε η χώρα
και ήρθαν και καλύτεροι καιροί,
συχνότερα σε συναντούσα τώρα
στου χρόνου κάθε κρίσιμη στροφή.
·         
Σε ευκαιρίες, όνειρα, προκλήσεις,
μα και σε δύσκολες και κρίσιμες στιγμές,
εκεί βρισκόσουν για να δώσεις πάντα λύσεις,
να σπρώξουμε μπροστά τις εποχές.
·         
Και μου ’δειξες μια χώρα αλλαγμένη,
τον άνθρωπο που θέλει να μπορεί,
στα μάτια σου μια σπίθα αναμμένη,
το βλέμμα σου σε μια άλλη εποχή.
·         
Θυμάσαι τότε στην μεγάλη πόλη;
Στο φράγμα λίγα χρόνια πιο μετά;
Στα εργοστάσια, στους δρόμους, όταν όλοι
ποθούσαν ευτυχία και χαρά;
·         
Θυμάσαι στο λιμάνι, στ’ ορυχείο;
Στον σιδηρόδρομο, στη γέφυρα μετά;
Στο στάδιο θυμάσαι, στο σχολείο;
Το όραμα μας έδινε φτερά.
·
Οι εικόνες φεύγουν, σβήνονται, ξεχνιούνται,
τα έργα μένουνε σαν χνάρια της ψυχής,
απ’ τις ροές του χρόνου δεν νικιούνται,
μένουν ορόσημα της κάθε εποχής.

(Κώστας  Μπούζας: 2010)