Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Λόγος Ποιητικός


Είπαν για τον ποιητή, ότι είναι ιππέας κυμάτων. Ότι φτερουγίζει η ψυχή του κάθε φορά το μύθο του που αγγίζει. Γιατί αυτός δεν ζει όπως οι άλλοι θα εννοούσαν τη ζωή. Το ίδιο που εκείνοι λεν ζωή, αυτός το λέει θάνατο.

Είπαν ακόμη ότι είναι παιδί του ανέμου. Ότι το βράδυ ζει την ένταση και την έκσταση της ποιητικής μυσταγωγίας, ενώ το πρωί φορά τα σκούρα ρούχα της βιοπάλης, μαζί κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο στήθος, για να ξεχωρίζει έτσι μέσα στη πόλη των πληγών. Είναι, πρόσθεσαν κάποιοι, αυτός που σκαλίζει της ψυχής του τις πληγές, κόκκινο αίμα ν’ απλωθεί σ’ ένα κομμάτι από χαρτί, ζωή να του χαρίσει. Κι άλλοι, ότι είναι ταξιδευτής ακούραστος σε θαυμαστό ταξίδι. Σε χώρους ατόφιων ιδεών περίλαμπρους. Σε τόπους αισθημάτων δυνατών ασύλητους.

Διηγούνται για τον ποιητή, ότι σαν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον χρόνο, στην αρχή πάλεψε μαζί του, του αντιστάθηκε. Στο τέλος τον έκανε φίλο του, μαθαίνοντας ότι η ζωή δεν είναι ένα παιχνίδι νίκης. Είναι μια συνέχεια κατανόησης, αποδοχής κι υπέρβασης. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι ο άνθρωπος που έμαθε να περπατά στο μονοπάτι της αγάπης. Κι ότι είναι αυτός που λυτρώθηκε από τον θάνατο, αφού πολύ αγάπησε.

Πάνω απ’ όλα όμως, ο ποιητής νοιώθει βαθιά μέσα του μια μεγάλη αλήθεια. Ότι, αν μια φορά είναι μεγάλη η ερημιά να μη μπορείς να πάρεις, δυο και τρεις πιο αβάσταχτη είναι αυτή σαν δε μπορείς να δώσεις. Έτσι μας προσφέρει κι αυτός εκείνο που μπορεί. Το γέλιο και το δάκρυ του. Το όνειρό του. Την αγάπη του. Το ποίημά του...

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Δρόμοι παράλληλοι


Είναι κάτι στιγμές που λες κι ο νους κοντοστέκεται, θαρρείς και θέλει ν’ αποτινάξει από πάνω του το βάρος απ’ τις τόσες σκοτούρες που τον πνίγουν. Μακραίνει τότε το βλέμμα και η σκέψη βαθαίνει, αναζητώντας, αναγνωρίζοντας, κατανοώντας.

Σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουν, εκεί στο μικρό Καφέ, στο έμπα της μεγάλης κεντρικής πλατείας. Η πόλη είχε ξυπνήσει πια για τα καλά και είχε ανεβάσει τις ταχύτητές της στον γνώριμο φρενήρη ρυθμό. Kι εγώ, αθέατος κι αμέτοχος, καλά προστατευμένος στο καταφύγιό μου, ένοιωθα σαν θεατής σε κάποιου είδους θέατρο, με πρωταγωνιστές ανύποπτους όλους εκείνους στον δρόμο τους περαστικούς.

Ρούφηξα μια γουλιά απ’ τον ζεστό καφέ και καθάρισα με μια χαρτοπετσέτα το τζάμι που είχε αρχίσει να θολώνει. Απ’ έξω ακριβώς, όλο και περισσότεροι μαζεύονταν κάτω απ’ το υπόστεγο, για να προφυλαχτούν απ’ την βροχή που είχε πάρει να δυναμώνει. Τόσα πρόσωπα το ένα κοντά στο άλλο. Φρέσκα χαμόγελα και μάτια δροσερά. Πιο εκεί, ρυτίδες ν’ αυλακώνουν σαν ξεροπόταμοι άνυδρους τόπους. Ξένοιαστα λόγια δίπλα σε θλίψεις σκόρπιες εδώ κι εκεί. Και μοναξιές περιφερόμενες με φόντο πολύβουες παρέες. Και κάπου κάπου μάτια βουρκωμένα. Και ν’ αναρωτιέσαι μήπως τάχα φταίει η βροχή για κείνο που φάνηκε σαν δάκρυ. Να έτσι, σαν άλλοθι, νοιώθοντας ένοχος μπροστά στην δυστυχία. Τι να’ χει αλήθεια αυτός ο φάκελος; Μια πρόσκληση χαράς ή μήπως τάχα λόγια λυπημένα; Κι ο χαρτοφύλακας εκείνος; Συμβόλαια μιας επιτυχημένης αγοράς ή μήπως αποτελέσματα εξετάσεων σ’ ένα νοσοκομείο;

Κι η ώρα πέρναγε. Και άλλοι άνθρωποι διαδέχονταν τους προηγούμενους, που ξεμάκραιναν γρήγορα σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Κι εγώ μέσα μου βαθειά να νοιώθω, πως όλοι τους, όλοι μας, στην πραγματικότητα σε δρόμους παράλληλους βαδίζουμε, με ίδιο προορισμό.

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Ο Γέρος


Κάθεται μόνος στη γωνιά του ο γέρος κι αναπολεί την περασμένη νιότη του.

Να, σαν να ‘ταν τώρα αισθάνεται τα πόδια του γερά, να τον βαστάνε, κι αυτός να τρέχει, να χορεύει. Και το κορμί του, κορμί λεβέντη δυνατό. Τα μπράτσα του ατσάλι, το βλέμμα του φωτιά… Τα κουρασμένα μάτια του τον πρόδωσαν απόψε, κι έτσι κι αυτός, το βιβλίο του αφήνοντας στην άκρη, βυθίστηκε στις σκέψεις.

Να, σαν να ‘ταν τώρα θυμάται τους φίλους τους παλιούς που φύγαν. Πολλούς τους πήρε η ζωή, ο θάνατος τους άλλους. Και τον αφήσαν μόνο του, έξω απ’ την παρέα.

Να, σαν να ‘ταν τώρα αναπολεί τον έρωτα. Φέρνει στο νου παλιές αγαπημένες και φιλιά τους στέλνει. Αχ, να μπορούσε να τους πει πως σημαδέψαν τη ζωή του. Πως την ψυχή του διαπέρασαν και έμειναν εκεί για πάντα, σύντροφοί του, με όσα του χαρίσαν. Ξέχασε όμως του έρωτα τα λόγια τώρα πια, και να τα θυμηθεί φοβάται.

Να, σαν να ‘ταν τώρα νοιώθει χαρές και λύπες που ‘φυγαν. Έτσι σκέτες, χωρίς να είναι εκεί και οι αιτίες τους. Τις έσβησε ο χρόνος. Μπροστά του έρχονται μάχες προσωπικές που έδωσε. Νίκες και ήττες. Και ξέρει ότι έδωσε τον αγώνα τον καλό.

Να, σαν να ‘ταν τώρα φέρνει μπροστά του των γονιών του τα πρόσωπα. Και τι παράξενο, είναι νέοι σαν τότε που ήτανε παιδί κι είναι αυτός ο γέρος. Και του γελούν χαρούμενα, πειράγματα του κάνουν. Του λένε πως ο χρόνος είναι ένα παιδί ανέμελο που παίζει.

Κάθεται μόνος στη γωνιά του ο γέρος και περιμένει το τέλος, με ηρεμία μα και μ’ έξαψη συνάμα. Έχει ακόμη κάτι να προσμένει. Τον έχει βαθύτατα η ιδέα συγκλονίσει, πως σαν φτάσει εκείνη η ώρα η μεγάλη του Θεού, μονάχα μια στιγμή θα είναι αρκετή. Ύστερα πια θα ξέρει…

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΨΥΧΗΣ


Είναι αστέρια οι ψυχές μας, είπανε, απρόσιτα,
έτη φωτός το ένα από το άλλο αφού απέχουν.
Τότε κι εμείς ταχύτητα αγάπης αναπτύξαμε
και την ενότητα του Σύμπαντός μας κατορθώσαμε.

(Κ. Μπούζας: ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Μια τέτοια νύχτα σαν κι αυτήν
ξετύλιξε του ονείρου του
το κατακόκκινο κουβάρι.
Χίλια αστέρια στο νου του τότε έλαμψαν
και μονοπάτια χίλια,
αόρατα ως τότε, του φανέρωσαν.

Κι ο ύπνος έγινε του σώματος
ξαγρύπνια της ψυχής.
Κι αυτός ταξιδευτής ακούραστος
σε θαυμαστό ταξίδι.
Σε τόπους αισθημάτων δυνατών ασύλητους.
Σε χώρους ατόφιων ιδεών περίλαμπρους.

Μυριάδες ήταν τα ταξίδια που αξιώθηκε,
αλλά καιρό τώρα αποζήταγε το τέλειο ταξίδι.
Και σαν το βρήκε, ούτε στιγμή δεν δίστασε.
Στο όνειρο αφέθηκε. Ποτέ του δεν επέστρεψε…..

(Κ. Μπούζας: ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

ΑΘΕΑΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ


Στης αβύσσου το κατασκότεινο φρέαρ
του ανελκυστήρος το κατάφωτο δώμα
κατάμεστο ελπίδων ανέρχεται.


Πόσο αργά προσπερνά τους ορόφους.
Μακριά η κορυφή είναι ακόμα.
Η λαχτάρα μου στα ύψη εκτοξεύεται.


Και ο στόχος δικαιώνει τον δρόμο.
Και η στάση στο ύψιστο σημείο.
Η ψυχή μου σπαρταρά από δύναμη.


Και η κάθοδος στο φρικτό τούτο φρέαρ.
Του ανελκυστήρος το κατάφωτο δώμα
τρυφερά αγκαλιάζει τις μνήμες μου.


Πόσο γρήγορα οι όροφοι φεύγουν.
Πόσο λίγο το ταξίδι κρατάει.
Η καρδιά μου ραγίζει αδύναμη.


Και στης παύσης την έσχατη ώρα
σκοτεινό του ανελκυστήρος το δώμα
με  το φρέαρ της αβύσσου είναι όμοιο.

(Κ. Μπούζας: ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ

Όσο μονάχος μίλαγες,
ήσουν η αυθεντία.
Μα έπειτα ήρθα εγώ
με όραμα να σε γκρεμίσω.
Ήμουν η επανάσταση.
Και κάποτε επεκράτησα.
Κατεστημένο τότε πια
θρονιάστηκα εγώ
κι εσύ ήσουν η αντίδραση.
Και τότε ήρθε δυνατή
μια επανάσταση.
Και τότε νίκησε
κατεστημένο έγινε.
Εγώ μοιραία τότε
ήμουν η αντίδραση
κι εσύ η Ιστορία….

(Κ. Μπούζας: ΤΟ ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ, 2002)