Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Λαογραφικά του Σεπτεμβρίου

Τον ονόμασαν και Σπορτιάτη και Τρυγητή και Τρυγομηνά και Τρύγο και Πετιμεζά και Πρωτοβρόχια και Ορυκτολόγο και Χινόπωρο κι Αγιονικήτα και Σταυριάτη. 

Δεν είναι άλλος από τον Σεπτέμβριο που σηματοδοτεί την αρχή του Φθινοπώρου, της εποχής δηλαδή που φθίνουν οι οπώρες. Ταυτόχρονα αποτελεί χρονικό ορόσημο της εξόδου από την ραστώνη του καλοκαιριού και του νέου ξεκινήματος. Για το λόγο αυτό οι αρχαίοι Μακεδόνες γιόρταζαν την αρχή του έτους τον μήνα Δίο (Σεπτέμβριος - Οκτώβριος). Αργότερα, το 312 μ.Χ., ο Μ. Κωνσταντίνος όρισε την πρώτη Σεπτεμβρίου ως αρχή του Εκκλησιαστικού έτους. Αλλά κι η νεότερη λαϊκή παράδοση την ονόμασε Αρχιχρονιά αλλά και Πρωτοσταυριά.

Πολλά είναι τα έθιμα που συνδέονται με την πρώτη μέρα του μήνα. Στις γεωργικές περιοχές κουβαλούν στην Εκκλησία σακουλάκια με σπόρους ή φρούτα, για να διαβαστούν με ευχή για την αφθονία. Στα νησιά πηγαίνουν στην παραλία, χύνουν όσο νερό έχουν στο σπίτι και φέρνουν καινούργιο, μαζί με σαράντα βότσαλα που τα βάζουν στα μπαούλα για να μην φάει ο σκόρος τα ρούχα. Άλλοι πάλι σπάνε στο κατώφλι τους ένα ρόδι, τυλιγμένο με βασιλικό. Παραδέχονται ότι τη μέρα αυτή «κλειδώνει ο χρόνος», γι’ αυτό και δεν δουλεύουν. Σε πολλά μέρη, οι ζευγάδες κάνουν αγιασμό και ξεχωρίζουν τον σπόρο τους κι αλλού κρεμούν κυδώνια και μήλα.

Δεν πρέπει βέβαια κοντά στα άλλα να λησμονηθεί και το ότι ο Σεπτέμβριος είναι ο αγαπημένος μήνας των ποιητών, που, συμπάσχοντας θαρρείς με τη φύση, τραγουδούν τις αλλαγές της, τα νέα της χρώματα, μια άλλη ομορφιά.

(K. Mπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

Προσωνύμια της Θεοτόκου

Στην Μεγάλη Κυρία έχουν αποδοθεί συνολικά, περίπου χίλια τετρακόσια προσωνύμια:

Είναι η Αγάπη. Η Αγγελόκτιστος. Η Αγία Σκέπη. Η Αέναος Κρήνη. Η Αειπάρθενος. Η Αθάνατος Πηγή. Η Αδιάβατος Θάλασσα. Η Ακήρατος. Η Ακτίς Νοητού Ηλίου. Το Αμάραντον Κρίνον. Η Αμόλυντος Περιστερά. Η Άνασσα. Η Ανέγερσις Χαράς. Η Ανόρθωσις. Η Αντίδοσις. Η Αποθεωθείσα. Η Απροσμάχητος. Η Αυγή Μυστικής Ημέρας. Η Αχειροποίητος. Η Άϋλος. Η Άχραντος.

Η Βοηθούσα. Η Γαλήνιος. Η Δακρυρροούσα. Η Δέσποινα. Η Δόξα. Η Δυνατή. Η Δωδεκάτειχος Πόλις. Η Εγγυήτρια. Η Εκλεκτή. Η Ελαία. Το Εγκώμιον Κόσμου. Η Ελεούσα. Η Ελπίς. Η Έμψυχος Άμπελος. Η Ένθεος Πηγή. Η Ευδοκία Θεού. Η Εύκαρπος Χώρα. Η Ευγενής. Η Ευλογημένη. Το Εύοσμον Ρόδον. Η Ζεφύριος Αύρα. Η Ζωοδόχος Πηγή. Το Ήδιστον Έαρ. Η Ηλιόμορφος. Η Ηλιότοκος.


Το Θαύμα Θαυμάτων. Το Θείον Σκήνωμα. Η Θεία Χαρμονή. Η Θερμή Πρεσβεία. Η Θύρα Θεϊκής Ακτίνος. Η Ιερά. Η Ισχυρά. Η Καλή. Η Κασσιόπεια. Η Καταφυγή Θεού. Η Κεχαριτωμένη. Η Κρατίστη. Η Κρήνη. Η Κρύπτη. Η Κυρά των Ουρανών και των Αγγέλων. Η Λαμπάδα Ηλίου. Η Λαμπρή Σελήνη. Η Λαοδηγήτρια. Η Λυχνία Χρυσή. Η Μεγαλόχαρη. Η Μυστική Ημέρα. Η Μυροφόρα. Η Νεφέλη Φωτός. Η Νύμφη. Η Νοερά. Η Ξανθή. Η Ξενία.

Η Οσία. Η Ουρανία. Η Υψηλοτέρα των Ουρανών. Η Παναγία. Η Πάνσεπτη. Η Πάνσοφος. Η Πάναγνος. Η Πανύμνητος. Η Παρηγορία. Η Πλατυτέρα. Η Πρωϊνή Δρόσος. Η Ροδινή. Η Σκέπη. Η Στρατηγός. Η Σωτηρία του Κόσμου. Η Τρανή. Η Τροπαιούχος. Η Υπέρμαχος. Η Υψίστη. Η Φανερωμένη. Η Φιλτάτη. Η Χαρά. Η Χρυσομαλλούσα. Η Ψυχοσώστρια. Η Ωραία. Η Ωδή..

(K. Mπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

ΙΠΠΕΙΣ ΚΥΜΑΤΩΝ

Είμαι σε θέση τώρα να γνωρίζω την αλήθεια.
Πίσω μας έχουν μείνει έτη συναπτά
που τα ξοδέψαμε σε λύπησες και πλάνες.
Αχ το μυαλό του ανθρώπου, προσπερνάει τα καλά
και τα στραβά λογάται κάθε τόσο.

Έτσι είναι αδελφέ συνταξιδιώτη.
Και είναι κρίμα που, προδομένοι απ΄ τη ζάλη
και αλωμένοι απ΄ του επιούσιου τη βιοπάλη,
δεν καταλάβαμε οι ανόητοι,
ότι δεν ήμασταν, σαν νοιώθαμε, μοναχικοί,
μα κι ούτε καν καθώς νομίζαμε πεζοί.

Είμαστε αδερφέ συνταξιδιώτη
κι ας τρέμω τώρα που τα ομολογώ,
καθώς τον θρύλο μπόρεσα να αγγίξω, ιππείς κυμάτων.
Θαλασσογεννημένων, ουρανοστεφανομένων
ατίθασων κυμάτων, που επελαύνουν
για τότε, για σήμερα, για πάντα.

 Κι εμείς μικροί μέσα σ’ αυτό
που δεν γνωρίσαμε ποτέ για μεγαλείο μας,
τα πόδια σφίγγουμε χτυπώντας τα πλευρά τους,
τους χαλινούς γερά κρατούμε
-κοίτα τα χέρια σου τα ματωμένα-
και με κοφτές ανάσες εκβιάζουμε
την  ολόλευκή τους χαίτη.

Κι αυτά, άλλοτε γκρίζα, άλλοτε πρασινωπά, 
μα πάντα απειλητικά για μας 
που επιλέξαμε να είμαστε μικροί,
δεν παύουν να ΄ναι κύματα.
Κι άλλοτε με βρυχηθμό ανείπωτο να ορμούνε
στον πατέρα ουρανό, αγγίζοντας το στέμμα
κι ύστερα πάλι να διπλώνονται νωχελικά
στην αγκαλιά της μάνας θάλασσας, την πιο μεγάλη.

Κι εμείς μικρέ ανόητε, συνταξιδιώτη αδελφέ μου,
δεν είδαμε στο μεγαλείο της ανόδου παρά έπαρση,
στην αναβάπτιση σ’ αυτό που αποτελεί αφετηρία, απαξία.
Κι όταν ακόμα, την άγια αυτή στιγμή της αναδίπλωσης,
το βλέμμα στρέψαμε, τι τραγικό, μονάχα βράχους είδαμε.    
Τα μάτια μας, τα τυφλωμένα απ΄ τα φώτα τα πλαστά,
δεν μπόρεσαν, κάποιες μικρές σταγόνες
που αντιφέγγιζαν στου βράχου τις αιχμές να διακρίνουν.

Και τα κύματα έρχονται και πάνε τραγουδώντας
κι από κοντά κι οι αγνοούμενες ψυχές θρηνώντας,
Γιατί ποτέ, τι κρίμα δεν κατάλαβαν.
Αδερφέ μου αλήθεια δεν κατάλαβαν 
την ευλογία την ασύλληπτη,
καθώς ιππείς κυμάτων αξιώθηκαν να είναι.

(Κ. Μπούζας: ΤΟ ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ, 2002)

Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται



Τσακισμένος καθώς ήταν απ’ την πολύωρη δουλειά δεν τον κρατούσαν τα πόδια του κι έγειρε να ξαποστάσει για λίγο στον καναπέ του σαλονιού. Είχε ακόμη αρκετή ώρα ως την περιφορά του Επιταφίου. Όχι ότι έβρισκε κάποιο ιδιαίτερο νόημα στο να ακολουθήσει και φέτος την πομπή. Το έβλεπε πιο πολύ σαν μια όμορφη συνήθεια, ενταγμένη στο τυπικό της θρησκείας, τίποτε όμως περισσότερο. Βέβαια για μια ακόμα φορά θα έκανε το χατίρι της γυναίκας και των παιδιών του. Άξιζαν στο κάτω κάτω να τους αφιερώσει λίγη ακόμη κούραση.

Όχι, δεν ήταν άθεος ο Θωμάς. Βαθιά μέσα του δεχόταν την ύπαρξη του Θεού κι όχι σπάνια απευθυνόταν σ’ Αυτόν τις δύσκολες στιγμές. Και ένοιωθε πως το καλό αποτελεί μονόδρομο και χρέος. Απλά ήταν ένας άνθρωπος των σύγχρονων καιρών, σαν όλους μας. Πολύ κουρασμένος απ’ όλα αυτά που έπρεπε να φροντίσει, πολύ συγχυσμένος από όλα αυτά που έπρεπε να βλέπει και να ακούει καθημερινά. Και τελικά αμφισβητίας ή και αρνητικός ακόμη, απέναντι σε κάθε τι που ξέφευγε απ’ ότι του είχαν μάθει πως είναι η ζωή.

Η τηλεόραση είχε μια εκπομπή σχετική με την ημέρα. Μεγάλη Παρασκευή σκέφτηκε και θυμήθηκε τον εαυτό του, μικρό παιδάκι στο χωριό, στην κεντρική πλατεία. Κι η αγωνία του μην στάξει το κερί στην καθαρή του μπλούζα. Και μην το αεράκι που σηκώθηκε σβήσει την αδύναμη φλογίτσα. Και το άρωμα των λουλουδιών από τον Επιτάφιο. Αμέτρητες οι μοσχοβολιές. Όσες και τα χρώματα ακριβώς. Χιλιάδες χρώματα, έτσι τα έβλεπε με τα μάτια που ‘χε τότε. Και πιο ύστερα: Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος; Τότε... Σήμερα όμως; Ποιο άραγε το νόημα;

Δεν το κατάλαβε πότε ακριβώς αποκοιμήθηκε. Για την ακρίβεια δεν το αντιλήφθηκε καν ότι αποκοιμήθηκε. Το συμπέρανε όμως -το μυαλό του συνέχιζε να δουλεύει σαν ξύπνιο- απ’ αυτό που έβλεπε μπροστά του και που το δίχως άλλο ήταν όνειρο. Και ήταν μια εικόνα παγωμένη, λες και το πάτημα κάποιου αόρατου κουμπιού είχε ακινητοποιήσει τα πάντα στην μετέωρη στάση τους. Κι είδε εκρήξεις και χαλάσματα, μα και κορμιά να σφαδάζουν μ’ αγωνία ανάμεσα στα ερείπια, κάτω απ’ το ασήκωτο βάρος. Σύννεφο η σκόνη και κραυγές κοφτές, πνιχτές και αίμα. Πόσο αίμα... Και μια παγωνιά θανάτου να εισβάλει απ’ τις νευρικές απολήξεις στα μουδιασμένα δάχτυλα, να διατρέχει την κάθε ραχοκοκαλιά ξεχωριστά και τελικά να θρονιάζεται σε πρόσωπα άναυδα, με δέρμα τόσο τεντωμένο, λες και προσπάθησαν να τινάξουν από πάνω τους, την ύστατη στιγμή, την ανείπωτη φρίκη. Και η ανάσα όλο και πιο δύσκολη, σαν ρόγχος. Κι ο τρόμος, άγριο θεριό, τα σωθικά να του δαγκώνει. Και το στήθος του να καίει. Ήταν και ο ίδιος πληγωμένος;...

Τότε ήταν που άκουσε για πρώτη φορά, μέσα στο νου του, εκείνη την βροντερή φωνή. Και λες κι έβγαινε από τον ίδιο, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν ήτανε δική του. Σίγουρα άλλος ήτανε και του μιλούσε: αυτή είναι η Βαγδάτη. Εδώ σταυρώθηκε εφέτος ο Χριστός.

Και είδε άμμο της ερήμου και σφιγμένα πρόσωπα. Κι αισθάνθηκε πείνα αφόρητη και αντιλήφθηκε ότι ένοιωθε όσα νοιώθουν. Κι είδε παιδιά σκελετωμένα, να πίνουν βρώμικο νερό από λασπόνερα, δίπλα δίπλα με τα ζώα. Κι είδε μαννάδες να κλαίνε βουβά, κρυφά πίσω από μαντήλες. Κι είδε κι εκείνο το παιδί. Με δέρμα από έβενο και μάτια που άστραφταν σαν πολύτιμα πετράδια. Κι η λάμψη τους να χάνεται λίγο λίγο, μέχρι να σβήσει τελικά. Και το κεφαλάκι του να γέρνει τότε άψυχο, στης μάνας του την τρυφερή αγκαλιά.

Αρκούσανε τα αποφάγια σας. Πολιτισμένοι..., ακούστηκε και πάλι η φωνή. Εδώ είναι το Σουδάν. Κι εδώ σταυρώθηκε εφέτος ο Χριστός.

Και οι εικόνες άρχισαν να αλλάζουν με ταχύτητα. Κι είδε παιδιά, επίτηδες ακρωτηριασμένα, να ζητιανεύουν στην Ινδία. Κι είδε ανήλικα κορίτσια, ακόμα και παιδιά, να εκδίδονται ομαδικά στην Ταϊλάνδη. Κι είδε ανθρώπους να πουλάν τα όργανα του σώματός τους, τα χρόνια τους, την ίδια τη ζωή τους, στο Πακιστάν. Κι είδε τους σκλάβους των σύγχρονων καιρών, ολάκερες καραβιές, να φορτώνονται απ’ τους δουλεμπόρους στα λιμάνια της Τουρκίας. Κι εδώ σταυρώθηκε εφέτος ο Χριστός. Κι εδώ... κι εδώ... κι εδώ...

Στην εικόνα την τελευταία που είδε πριν ξυπνήσει, θυμάται καθαρά μια εκκλησούλα φτωχική και μες στο σκοτάδι, κρυφά, τον Επιτάφιο να στολίζουν. Ευλαβικά και αθόρυβα. Και τα παιδιά να αφήνουν τα ταπεινά τους λουλουδάκια, λουλούδια του αγρού. Κι απ’ τα καντήλια το χλωμό το φως στους πέτρινους απάνω τοίχους να τρεμοπαίζει και να σταματάει εκεί, στα κλειστά παραθυρόφυλλα.

Και για μια φορά ακόμη, την τελευταία, αντήχησε η φωνή αυτή η βροντερή: Όσο σκλαβιά θα υπάρχει, όσο ο άνθρωπος θα στερεί από τον άνθρωπο αυτό που χάρισε απλόχερα ο Θεός, θα συνεχίσει να σταυρώνεται ο Χριστός. Σ’ όλη τη γη, σ’ όλους τους χρόνους.

Η εκπομπή στην τηλεόραση τελείωσε με την εικόνα ακριβώς αυτή. Εορτασμός των ημερών της Εβδομάδας της Μεγάλης τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς. Ακολουθούσαν τα εγκώμια: Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσιν την σην. Κι ο Θωμάς, ξύπνιος πια, ρουφούσε αχόρταγα μία μία τις λέξεις κι άφηνε επί τέλους να κυλήσει βαθιά μέσα του η μελωδία: Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας και επήγασας τω κόσμω την ζωήν. Κι ο Θωμάς, ένας άλλος Θωμάς, κάτι άλλο προσπαθούσε πλέον να ακούσει. Κάτι άλλο πάσχιζε να πει...


(K. Mπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2008)

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

ΑΝΘΡΩΠΟΙ



















Τους εαυτούς μας ονομάσαμε ανθρώπους.
Παλέψαμε σκληρά με τα φαντάσματά μας.
Χτίσαμε, μέρα με τη μέρα, την ελπίδα.
Στις ήττες μας σταθήκαμε γενναίοι.
Στις νίκες, μεγαλόκαρδοι.
Δεν αδικήσαμε αυτόν που δεν μπορούσε.
Την δύναμή μας δεν εξαργυρώσαμε
σ΄ ανταλλακτήρια φτηνά.
Σαν είχαμε, προσφέραμε.
Κι όταν την χάσαμε, σώσαμε ένα χαμόγελο,
για να ξορκίσουμε τους δίσεκτους καιρούς.
Το φως κρατήσαμε σαν  εύθραυστη αξία.
Σταθήκαμε με δέος και με προσοχή
μπροστά στο Υπερούσιο.
Δεχτήκαμε το Χρέος.
Ζήσαμε με Τιμή.
Πράξαμε με Αγάπη.
Είμαστε οι Άνθρωποι.

(Κ. Μπούζας: 2011)

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

          

       Κάποιος γεωγράφος θα περιέγραφε τον τόπο αυτό, ως κείμενο στο Νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, και σε γεωγραφικό πλάτος περίπου 40 μοιρών, εκτεινόμενο δε σε έκταση 132.000 (περίπου) τετραγωνικών χιλιομέτρων. Άλλος, εθνολόγος, θα κατέτασσε τους κατοικούντες σ΄ αυτόν τον τόπο στην Ελληνική φυλή, ενός εκ των τεσσάρων κλάδων (του πλέον ολιγάριθμου) της λευκής φυλής. Τέλος, το χειρότερο, κάποιος στατιστικολόγος ίσως θα ομιλούσε περί του αριθμού γεννήσεων της εθνότητας αυτής, θα διαπίστωνε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και αναμφίβολα θα έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου της επερχόμενης πληθυσμιακής συρρίκνωσης και ενδεχομένως κάποιας μεταγενέστερης ολοκληρωτικής εξαφάνισης.
      Αυτά τα στοιχεία θα παρέθετε, αναφερόμενος στην Πατρίδα αυτή, καθένας που δεν αναβαπτίσθηκε στα νερά της Κασταλλίας πηγής, καθένας που δεν ένιωσε ούτε για μια στιγμή μέσα του να ρέει έστω και μια σταγόνα από τον Ιχώρα των αρχαίων θεών.
      Αντίθετα κάποιος Έλληνας, κάτοικος της Πολιτείας Ελλάδος ή μη, θα διεκήρυττε για όλα τα πανανθρώπινα υψηλά ιδανικά που σ΄αυτόν εδώ τον τόπο και από αυτόν εδώ το λαό γεννήθηκαν. Θα θύμιζε ότι η Ελλάδα υπήρξε στην ιστορία της ανθρωπότητας η μόνη δύναμη που κέρδισε αυτόν τον τίτλο προσφέροντας και όχι αποσπώντας. Θα θύμιζε ακόμη ότι τα αρχέτυπα ενός έθνους δεν σβήνουν ποτέ. Πάντα σ΄αυτόν τον τόπο θα γεννιούνται Ίκαροι, Λεωνίδες, Ορφείς με τον αρχαίο σπόρο να ρέει μέσα τους και να ωθεί αέναα σε πράξεις – σύμβολα για τον άνθρωπο.
      Κάποιος Έλληνας ακόμη θα έκρουε στην ανθρωπότητα τον κώδωνα του κινδύνου, λόγω της μη συνεχούς αναβάπτισής της στο Ναό των πανανθρώπινων αξιών, και το χειρότερο της τοποθέτησής της σε σχέση με αυτόν σε αντίπαλη στάση. Όποιος αντιπαλαίει με την ιστορία του, έχει λανθασμένη ιδέα για το παρόν του και αγνοεί το μέλλον του.
      Τέλος, κάποιος Έλληνας με πολύ απλά λόγια θα έλεγε – προς κάθε κατεύθυνση – ότι εδώ, στη χώρα των Μουσών, γεννήθηκε ο λυρισμός και η ομορφιά. Σαν άλλοτε και τώρα, κοντά στις Μούσες γεννιέται το κάλλος και η ποίηση, και από εδώ παντού, με την προϋπόθεση της συνεχούς αναβάπτισης. Και αυτός ο Έλληνας, ο κάθε Έλληνας, μια και καλή θα θύμιζε ότι μερικά πράγματα δεν είναι – ποτέ δεν ήταν – θέμα γιγαντισμού. Η πηγή φωτός είναι πάντοτε σαν έκταση, ασυγκρίτως μικρότερη του χάους το οποίο καλείται να φωτίσει.

(Κώστας Μπούζας: 2014)

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Ο Κόσμος και ο Άνθρωπος

                                                            ΤΙ ΕΣΤΙ ΧΩΡΟΣ; ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟΝ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.
                                                            ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΥΛΗ; Η ΠΛΗΡΩΣΙΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ.
                                                            ΤΙ ΕΣΤΙ ΧΡΟΝΟΣ; Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
                                                            ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ; Η ΔΟΜΗΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.
                                                            ΤΙ ΔΕ ΕΣΤΙΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ; Ο ΑΝΩ ΘΡΩΣΚΩΝ.



1. Οι στοχασμοί

Άνθρωπος μες στους ανθρώπους. Στο κέλυφος ενός μικρού πλανήτη γαντζωμένος, στις όχθες του Σύμπαντος εγκλωβισμένος, συνεχίζω να κάνω αυτό για το οποίο λες είμαι πλασμένος. Αναρωτιέμαι.

Αναρωτιέμαι για όλα όσα με περιβάλλουν και όλα όσα με απαρτίζουν. Για όλα όσα σκέφτομαι κι εκείνα που αισθάνομαι. Αυτά που υποθέτω και τ΄ άλλα που φαντάζομαι.

Τι είναι εν τέλει η φαντασία; Τι είναι η σκέψη και τι το συναίσθημα; Και πως συνδέονται όλα αυτά με την ύλη και τα φαινόμενα γύρω μας;

Έχει ειπωθεί ότι ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα, ψυχή και πνεύμα. Κι ο κόσμος, πολλοί υποστηρίζουν, το ίδιο. Είναι ο κόσμος το σώμα του Θεού; Ή αλλιώς ο Θεός είναι εκείνος που εμψυχώνει και πνευματοποιεί τον κόσμο;

Αυτά είναι τα τρία είδη στα οποία κινήθηκε η φιλοσοφία, από την επινόησή της: Άνθρωπος – Κόσμος – Θεός. Και σ΄αυτά θα συνεχίσει να κινείται, όσο θα υπάρχει.

Είναι δυνατόν, παρ΄ όλα αυτά, να υπάρξει κάποτε μια τελική απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα; Σ΄αυτό το στάδιο εξέλιξης του ανθρώπου μάλλον όχι. Ίσως να μην υπάρξει ποτέ, με τον τρόπο που την φαντάζεται, όσο είναι εγκλωβισμένος στην παρούσα μικροσκοπική πραγματικότητά του.

Παρ΄όλα αυτά, αυτός ο μικρός άνθρωπος είναι παράλληλα και μέγας, διότι έχει ένα χαρακτηριστικό, στο οποίο μάλιστα οφείλει το όνομά του. Θρώσκει άνω – με την μεταφορική έννοια αυτή τη φορά. Με άλλα λόγια είναι φτιαγμένος για ψηλά. Οραματίζεται, ονειρεύεται, στοχάζεται, τι όμως; Κάποια χαμένη πατρίδα; Ένα αδιόρατο μέλλον; Κάποιο κομμάτι του εαυτού του που απόμεινε εκεί και τώρα νοιώθει να του λείπει;

Κι αν δεν υπάρξει ποτέ απάντηση, ποιο το κέρδος να θέτει κανείς συνεχώς ερωτήματα; Ποιος ο λόγος διαρκώς ν΄αναρωτιέται; Μα αυτή η ίδια ερώτηση, αυτή είναι το κέρδος. Τα “τραγικά” εξ άλλου ερωτήματα δεν γυρεύουν απάντηση, όπως είπαν και οι Αρχαίοι. Τίθενται παρ΄όλα αυτά, γιατί είναι ζωτική ανάγκη της ψυχής. Έτσι παίρνει ανάσα. Έτσι ζει...

2. Το πλαίσιο

Λοιπόν, εν αρχή ην το Σύμπαν. Ποιο είναι αυτό; Το παν; Το τίποτε; Ένα απειροελάχιστο άτομο άπειρης ύλης που εξερράγη ξαφνικά, με μια μεγαλειώδη μεγάλη έκρηξη και από τότε συνεχώς διαστέλλεται; Μια “λευκή οπή” που διοχετεύει στον δικό μας χωροχρόνο απόβλητα κάποιου άλλου σύμπαντος, μητρικού μας;
Μήπως και το δικό μας Σύμπαν γεννά, με την σειρά του, νέα Σύμπαντα, τόσα όσα οι μαύρες τρύπες που διαθέτει;

Το σύμπαν είναι τελικά το παν; Και τι σημαίνει αυτό; Άτομα ύλης , που τελικά υποδιαιρούνται σε όλο και μικρότερα μέρη, με τα χαοτικά κενά να δεσπόζουν μεταξύ τους. Το πιο μικρό υπάρχει; Μήπως είναι απλά ένας στρόβιλος ενέργειας; Και πίσω από αυτό τι βρίσκεται; O Θείος σπινθήρας, μια άπειρα μεγάλη σκέψη και δύναμη; Ζούμε εν τέλει μέσα στ΄όνειρο του Θεού;

Το είπαμε και Κόσμο, θαμπωμένοι από το μεγαλείο και το κάλλος. Στολίδι δηλαδή. Και παλέψαμε να το γνωρίσουμε, αφού το αγαπήσαμε. Πως θα μπορούσε να γίνει άλλωστε διαφορετικά; Έπρεπε να το τακτοποιήσουμε στο σχήμα του νου μας. Υπάρχουν είπαμε ο χώρος και ο χρόνος, που είναι το πλαίσιο της ύπαρξης, το σκηνικό θα μπορούσαμε να πούμε του κοσμικού θεάτρου. Υπάρχουν ακόμη η ύλη και η ενέργεια, που είναι αυτή καθ΄ εαυτή η ύπαρξη. Ο κοσμικός μας θίασος με άλλα λόγια.

Σταθήκαμε ενεοί, μπροστά στην αποκάλυψη – και ανακάλυψη – που οδηγούσε, με τη σειρά της, σε άπειρα μονοπάτια. Σε αυτά βαδίζουμε έκτοτε, ψηλαφώντας όλο και μεγαλύτερα βάθη, όλο και πιο μακρυνούς ορίζοντες. Μοιραία όμως θέσαμε και ένα άλλο ερώτημα στον εαυτό μας. Ποιος είναι αυτός που ερευνά; Τι είναι ο άνθρωπος και γιατί άνω θρώσκει; Αναζητώντας ποιον και τι; Πόσα ερωτήματα στ΄αλήθεια. Πιο πολλά από τις διαθέσιμες απαντήσεις, ξεπηδούν πιο γρήγορα κι από την ίδια την σκέψη.

3. Η ουσία

Όταν ο πρωτόγονος άνθρωπος στάθηκε στις όχθες αυτού του κόσμου, ασυναίσθητα ίσως, έψαυσε κι αυτός τα όριά του. Στο ερώτημα “Που” η ματιά του πλανήθηκε εκεί που ο ουρανός αγκαλιάζει τη Γη, στα όρια του ορίζοντα. Κι έμαθε να ξεχωρίζει την Ανατολή και τη Δύση, σημεία ζωτικά μιας και συνδέονται με τον ζωοδότη Ήλιο. Αλλά και τον Βορρά – τον είπαν και Βορέα – και τον Νότο, απ΄όπου κατέφθαναν οι παγωμένοι ή οι ζεστοί άνεμοι. Και έδεσε ετούτα τα σημεία με αστέρια, για να τα βρίσκει εύκολα. Και έδωσε και στους ανέμους ονόματα, ανάλογα με την κατεύθυνσή τους και τις ιδιότητές τους. Ο Απάρκτιος, ο Απηλιώτης, ο Ζέφυρος, ο Μεσημβρινός...

Προχωρώντας στο ερώτημα “Πότε” αντιλήφθηκε την εναλλαγή των εποχών. Χειμώνας, Άνοιξη, Θέρος, Φθινόπωρο. Κι ολόκληρο τον κύκλο τον ονόμασε έτος, ή ενιαυτό, ή χρόνο. Κι έμαθε να ξεχωρίζει τις εποχές απ΄τα σημάδια τους, αλλά και τις επιπτώσεις τους στη φύση και στον ίδιο. Την εναλλαγή ημέρας και νύχτας την είχε αντιληφθεί πολύ πιο πριν και είχε μάθει κάθε πρωί να προσεύχεται για τον ερχομό του ήλιου και κάθε βράδυ να κουρνιάζει στο απάγγειό του για να απαλύνει τους κόπους της ημέρας.

Τότε έφτασε στο πιο συγκλονιστικό ερώτημα που είχε θέσει ποτέ “Tι”... Κι έφερε το βλέμμα του έναν γύρο στον κόσμο. Κι αντίκρυσε την στέρεα ξηρά που πατούσε, την ανήσυχη, ευρύστερνη θάλασσα, που δεν ησύχαζε στιγμή, τον απέραντο Ουρανό, απροσπέλαστο και μυστηριώδη και πάνω απ΄ όλα τον Ήλιο που ζέσταινε, φώτιζε, έδινε ζωή. Και ονομάτισε: γη, νερό, αέρας, φωτιά...

Ικανοποιημένος πια ο άνθρωπός μας από τις νοητικές του κατακτήσεις, αποφάσισε να προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω, αφού πλέον ένοιωθε έτοιμος γι αυτό. Πρώτα πρώτα να καλύψει τις ζωτικές του ανάγκες κι έπειτα να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό, που ήδη προαισθανόταν ότι ήταν κι αυτός ένας ολόκληρος κόσμος.

4 . Οι πυλώνες

Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός, ότι οι μεγάλοι φόβοι του ανθρώπου τον ώθησαν να εξελιχθεί και να προοδεύσει και με τον τρόπο αυτό να δημιουργήσει τους πυλώνες του πολιτισμού του. Και πρώτα πρώτα, ο φόβος των άγριων θηρίων, αλλά και ανταγωνιστών του ανθρώπων, δημιούργησε την κοινωνία. Η αρχή έγινε με τις ομάδες των ανθρώπων. Γένη που σχημάτισαν φυλές. Φυλές που σχημάτισαν έθνη. Έθνη που στέριωσαν σε γη και εξελίχθηκαν σε λαούς. Λαοί που διαμόρφωσαν δομές και δημιούργησαν κράτη πάνω στη γη τους, που την είπαν πατρίδα και χώρα. Κι έφτιαξαν πολιτείες και χωριά.

Ο φόβος τώρα του άγνωστου και αδάμαστου περιβάλλοντος γέννησε την φυσική φιλοσοφία, που ξεκίνησε με τον μύθο και κατέληξε στην επιστήμη και στην ακόλουθή της τεχνολογία. Παρ΄όλα αυτά ο μύθος εξακολουθεί και συνυπάρχει, σχηματοποιώντας σε άλλο πεδίο πια τους φόβους ή τις ελπίδες μας. Υπάρχει ακόμη ο κοσμοσείστης Εγκέλαδος και ο φοβερός Τυφωέας. Υπάρχει όμως και η γλυκειά 'Ιρις, για να μας χαρίζει ύστερα από κάθε μπόρα την παλέτα των χρωμάτων.

Ο φόβος τέλος του θανάτου, ο μέγιστος όλων, γέννησε την εσωτερική φιλοσοφία. Ο άνθρωπος στράφηκε πια για πρώτη φορά, προς τα ενδόψυχά του. Είναι μια ιστορική στιγμή η αλλαγή αυτή οπτικής γωνίας, αλλά και οπτικού πεδίου. Κι η φιλοσοφία αυτή εξελίχθηκε σε Θεολογία. Πόσο χαρακτηριστικό στ΄αλήθεια. Μαζί με την ψυχή του, ψάχνοντας μέσα του, ανακάλυψε και τον δρόμο για τον Θεό. Συγκλονιστική στιγμή στ΄αλήθεια. Ο κόσμος αποκτούσε πλέον νόημα. Και κοντά στον κόσμο κι αυτός ο ίδιος.

Πόσοι ορίζοντες αλήθεια ανοίγονταν τώρα μπροστά του. Από την μια πλευρά ο κόσμος όπως προσπαθούσε να τον προσεγγίσει με τις αισθήσεις του. Παρατήρηση, έρευνα, σιγά σιγά και πειραματισμοί. Κι έπειτα σκέψη και νέα ερωτήματα. Παράλληλα, από την άλλη ο μέσα άνθρωπος, μ΄όσα πρωτόγνωρα έκρυβε. Αισθήματα, ανησυχίες, στοχασμοί, αγάπη για την ομορφιά, έναν κώδικα ηθικής. Χρειαζόταν όπλα ισχυρά για να αντεπεξέλθει. Για να αγγίξει αυτούς τους ορίζοντες που όλο και πλάταιναν, όλο και βάθαιναν.

5. Τα όπλα

Πρώτο μεγάλο όπλο στα χέρια του ανθρώπου μας στάθηκε η Τέχνη, σε όλες τις διαθέσιμες μορφές της. Όταν κινήθηκε ρυθμικά, ελαφροπατώντας, γύρω από τη φωτιά, στο άκουσμα κάποιου επαναλαμβανόμενου ήχου, ανακάλυψε τη χαρά και τη ζωντάνια που του έδινε αυτό. Πολλές φορές μάλιστα και κάποιου είδους έκσταση. Έτσι το καθιέρωσε σαν μια συνήθεια. Ο χορός πια ήταν ένα γεγονός. Επειδή όμως ο απαραίτητος ρυθμικός ήχος δεν υπήρχε πάντα, έμαθε να τον δημιουργεί ο ίδιος, πολύ εύκολα. Δυο ξύλα ή δυο πέτρες ήταν αρκετά. Που νάξερε ότι έτσι έπαιζε για πρώτη φορά μουσική. Και δεν σταμάτησε εκεί. Με χέρια δειλά στην αρχή, ζωγράφισε στους τοίχους των σπηλαίων τη ζωή του. Ταυτόχρονα έμαθε να μιμείται, να παίζει, να πλάθει με τα χέρια του λάσπη και πηλό. Να κατασκευάζει αντικείμενα. Έτσι παράλληλα με την τέχνη εφηύρε τεχνικές, τόσο σημαντικές για την ίδια την επιβίωσή του.

Το ΄παμε ήδη όμως. Άνθρωπος σημαίνει “άνω θρώσκων”. Τι κι αν τα πόδια του πατούσαν στη γη, το βλέμμα του αγκάλιαζε τ΄αστέρια. Κι ύστερα υπήρχε πάντα ο μέσα άνθρωπος, με όλα τα ανεξερεύνητα βάθη του. Με όλες εκείνες τις άϋλες ποιότητες κι αξίες, που δεν μπορούσαν πάντοτε να εκφραστούν με την Τέχνη. Και πάνω απ΄όλα υπήρχε η ανάγκη μιας επικοινωνίας μέσα στην ομάδα, καλύτερης από τα απλά νοήματα ή τις άναρθρες κραυγές που δεν επαρκούσαν για την επιζητούμενη, έστω και ασυναίσθητα, εξέλιξη.

Το σύμβολο στάθηκε η μεγάλη ανακάλυψη του ανθρώπινου νου. Κοινά αποδεκτά σχήματα έφτασαν να εκφράζουν πράγματα, καταστάσεις, ενέργειες. Κι από τα σύμβολα εμπνεύστηκε τα γράμματα – φθόγγους, σε μίμηση της φύσης και μ΄αυτά έπλασε λέξεις και γλώσσα. Άρθρωσε λόγο. Επικοινώνησε νε τους ομοίους του, μ΄έναν τρόπο άρτιο πλέον, που άφηνε περιθώριο και για την έκφραση πια όλο και πιο λεπτών εννοιών. Παράλληλα ένοιωσε και τη σημασία του αριθμού. Το ένα, τα δύο, τα πολλά. Ύστερα η κανονική αρίθμηση. Και με τα όπλα του αυτά, ο άνθρωπος ξεχύθηκε στο σύμπαν...

6. Τα επέκεινα

Έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια από τότε και η πορεία συνεχίζεται. Οι πυλώνες του πολιτισμού μας παραμένουν ίδιοι. Τα όπλα μας ίδια κι αυτά. Τα επιτεύγματά μας, ομολογουμένως πολλά. Παρ΄όλα αυτά ο προορισμός φαίνεται ν΄απέχει. Ποιος είναι αυτός; Η ενοποίηση και ενιοποίηση των πάντων. Η κατανόηση του παντός με άλλα λόγια. Υπάρχει βέβαια και η θέση ότι το μέρος δεν μπορεί να συλλάβει το παν. Μπορεί μόνο να αντικρύσει περιστασιακά μερικές όψεις του. Κι αυτό άλλοτε με την επιστήμη, άλλοτε με τον στοχασμό και την φιλοσοφία και άλλοτε με το όραμα ή το όνειρο, που έχουν ονομαστεί και φτερά της ψυχής.

Οι διαστάσεις οδηγούν και σ΄άλλες διαστάσεις. Το σύμπαν υπονοεί και άλλα σύμπαντα. Η ύλη αποκρύπτει τον εαυτό της, βαδίζοντας προς στο άπειρα μικρό. Άλλοτε πάλι μεταμφιέζεται σ΄ενέργεια. Ο χρόνος γίνεται ελαστικός και ο χώρος αναδιπλώνεται στον εαυτό του. Το φως, ώρες ώρες, κάμπτεται τριγύρω από τ΄αστέρια. Στα σπλάχνα τους σφυρηλατούνται τα άτομα μελλοντικών ανθρώπων. Τα σώματά τους εμφανίζονται για μια στιγμή στην κοσμική σκηνή. Ύστερα οι ψυχές τους αγνοούνται στο σύμπαν αυτό, μετά την αναχώρησή τους. Τον μέσα άνθρωπο αναζητείτε με τις γνώσεις του, τα όνειρά του, την προσωπικότητά του, τα οράματά του, τα αισθήματά του; “Ουκ έστιν ώδε”.

Ένα πεδίο έρευνας που έχει ανοίξει από παλιά, όλο και διευρύνεται και στο μέλλον πρόκειται να αποτελέσει το κύριο πεδίο ενασχόλησης του ανθρώπου, παράλληλα με την εξερεύνηση του Σύμπαντος. Το πεδίο αυτό είναι που ονομάζουμε “επέκεινα”. Το ορμητήριο των ψυχών. Η πατρίδα των πνευμάτων. Ποιές είναι άραγε οι διαστάσεις εκείνου εκεί του “Σύμπαντος”; Πως ψηλαφούν άραγε οι εκεί πρωτόγονοι ή πρωτοφερμένοι τον χωροχρόνο του και την υλοενέργειά του; Μήπως όλα σ΄αυτό είναι φτιαγμένα από το υλικό που φτιάχνονται οι ψυχές; Μήπως εν τέλει μια μεγάλη ψυχή σκεπάζει αυτό το Σύμπαν, που με τη σειρά του σκεπάζει το σύμπαν μας; Μήπως υπάρχει Θεός;...


(Κώστας Μπούζας, 2020)