Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Η παρτίδα

Μια ακόμη παρτίδα μόλις είχε τελειώσει κι ο Νικηφόρος έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του, χωρίς να πάρει τα μάτια του απ’ την σκακιέρα. Ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσε ακόμη να του δώσει λίγη αυθόρμητη χαρά και το κυριότερο, να κρατήσει το μυαλό του μακριά από τις χίλιες δύο σκέψεις που τον βασάνιζαν.

Ήταν πραγματικά σκληρή παρτίδα, μονολόγησε, φέρνοντας στο νου του όλες τις κινήσεις. Από την αρχή είχε επιτεθεί αποφασιστικά, με όλες του τις δυνάμεις. Η σύγκρουση ήταν αδυσώπητη. Ατίθασοι ίπποι, πολυμήχανοι αξιωματικοί, στέρεοι πύργοι. Μπροστά τους οι στρατιώτες, ολόισια να προχωρούν επάνω στον εχθρό και να ανοίγουν δρόμους. Πιο πίσω οι βασιλείς, καλά προφυλαγμένοι. Και οι βασίλισσες, φρενιασμένες, να αγωνιούν για την στιγμή που θα χυθούν στην μάχη. 

Στο τέλος, βέβαια, είχε κατορθώσει να ελέγξει την κατάσταση και να κερδίσει ύστερα από ένα συγκλονιστικό φινάλε. Η σκληρή όμως αντίσταση του αντιπάλου, του είχε χαρίσει ένα αίσθημα βαθιάς ικανοποίησης. 

Όχι, αντίπαλος δεν υπήρχε. Έπαιζε, όπως κάθε βράδυ, με τον προσωπικό του υπολογιστή. Του άρεσε, αυτές τις ώρες, η απόλυτη μοναξιά και η βαθιά σιωπή. 

Εξάλλου, πάει καιρός που δεν είχε πια φίλους. Γύρω του υπήρχαν μόνο άνθρωποι που τον περιτριγύριζαν από συμφέρον, λόγω της θέσης και της ισχύος του και που θα έκαναν το παν για να κερδίσουν την εύνοιά του. Με κανέναν τους όμως δεν θα αποφάσιζε να παίξει μια παρτίδα σκάκι. Αυτό το παιχνίδι έχει ένα στοιχείο αυστηρά προσωπικό. Αποκαλύπτει χαρακτήρες, φανερώνει αδυναμίες. Κι αυτός, είναι χρόνια τώρα, που τον εαυτό του τον έκρυβε καλά.

Αναλογίστηκε, πόσες φορές εκεί έξω, στην πραγματική ζωή, αντιμετώπισε σαν πιόνια του παιχνιδιού, ανθρώπους, οικογένειες, πόλεις ολόκληρες πολλές φορές. Μια απόφαση του κι ένας άνθρωπος - πιόνι θυσιαζόταν κι έμενε χωρίς δουλειά. Μια οικογένεια - πιόνι, με τη σειρά της, βασανιζόταν από πείνα και στερήσεις. Μια άλλη απόφαση και μια πόλη - πιόνι αποκλειόταν και οδηγείτο σε μαρασμό. Η μεταφορά και μόνο ενός εργοστασίου του, ήταν αρκετή.

Ένοιωθε, τώρα το ομολογεί, μια άγρια χαρά, με την αίσθηση ότι τόσοι και τόσα ήταν εξαρτημένα από μια του λέξη. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις, που θέλοντας να απολαύσει όσο πιο πολύ μπορούσε την απόλυτη εξουσία, ντρέπεται όσο το θυμάται, προκαλούσε επίτηδες γύρω του την δυστυχία.

Όλα αυτά όμως μέχρι χθες. Μέχρι την ώρα που έμαθε πως πάσχει από την ανίατη αρρώστια. Ένας ολόκληρος κόσμος αναποδογύρισε τότε μέσα του, σε μια μόνο στιγμή. Ήταν αυτός πλέον το πιόνι. Και κάποιο άλλο χέρι, τώρα πια, την μοίρα του καθόριζε. Και η υποψία, μες στην ψυχή του, είχε γίνει πλέον βεβαιότητα. Σε τούτη την παρτίδα, την φοβερή, αυτός επρόκειτο να είναι η μελλοντική απώλεια.

Το μισοσκότεινο δωμάτιο τον έπνιγε. Πλησίασε στην βιβλιοθήκη και πήρε στα χέρια του τον τόμο με τα άπαντα του αγαπημένου του ποιητή. Με φωνή που έτρεμε, με δυσκολία διάβασε: ...αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος μιας άλλης σκακιέρας, με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες. Ο Θεός κινεί τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια...

Πήρε τα μάτια του απ’ το βιβλίο και κοίταξε γύρω τρομαγμένος. Τον φόβιζε ο χρόνος. Ένοιωθε πια σαν ένας απλός άνθρωπος, ίδιος με όλους τους άλλους ανθρώπους. Και μετάνιωνε για όσα είχε κάνει παλιά. Και ορκιζόταν, πως ήταν έτοιμος να φανεί κι αυτός χρήσιμος σε τούτο το παιχνίδι που λέγεται ζωή, έστω και καθυστερημένα. Και παρακαλούσε να μην είναι αργά. 

Εκείνο το βράδυ, ο Νικηφόρος προσευχήθηκε...

(Κ. Μπούζας: Περιγράμματα,2008)

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΣΣΕΙΟΝ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ

Υπήρξεν, τω όντι, άκρος πεσσευτής.
Πάλαι ποτέ…
Εις το πεσσείον ότε εισήρχετο,
ως αν να ήτο τώρα ενθυμούμαι
την καθ΄εκάστην, αδημονία επεκράτει.
Έτεροι πεσσευτές εσυνωθούντο
ίνα πεσσεύσουν μετ΄ αυτού.
Και τούτος,
ως αγαθός ανήρ και συνεπής,
παρότι επιφανής,
εδέχετο….
Αμφότεροι ήλεγχον την θέσιν των πεττών
επί της πέσσας,
και τότε, μόνον τότε,
την ψήφον έθετε.
- Η χρόα η λευκή πάντοτε του ανήκε,
τιμής ένεκεν……-
Ω κάλλος απροσμέτρητον……
Πλινθία όλβια,
σκηνή υπήρξατε τοιούτων χειρισμών.
Οι αντιπαίζοντες σιωπηλοί
και αυτός εισήγαγε,
μετέθετε,
πεσσονομούσε,
το κρείττον έδιδε,
τας ψήφους αναιρούσε,
απέκλειε….
Και ο αντιπαίζων ετελεύτα.
Παρτίθα πλήρης μεγαλείου….
Άλλοτε πάλι
εδίδασκε τα πεττευτικά,
τον εν πεττοίς νόμο,
τις μορφές…..
Εν πέδον ενθυμούμαι,
εκράτει εις την χείραν
και ως ποταμός μελίρρυτος
ωμίλει…..

Χρόνοι παρήλθον.
Το γήρας, αναπόφευκτον.
Ο τάλας ……
Δεν είναι πλέον μέγας πεττευτής.
Μα συνεπής
εις το πεσσείον καθ΄ εκάστην.
Διδάσκει ακόμη τα πεττευτικά,
κρατών εις την χείραν πλέον
έναν ίππον.
Με άφατον αγαλλίασιν ορά
τους νέους αντιπαίζοντες.
Τας νέας τας παρτίθας.
Γιγνώσκει την σκυτάλην πως παρέδωσε.
Και έτερον τι καλώς γιγνώσκει.
Εις την παρτίθαν αυτήν
την ειδικήν του, την προσωπικήν,
εις θέσιν αμύνης ευρίσκεται.
Φευ, εις θέσιν δυσχερή.
Και είναι μόνον θέμα χρόνου,
τον Βασιλέα να ρίψει επί της πέσσας
και αγαθός ως ήτο πάντα πεττευτής,
να τελευτήσει…….

Το επίγραμμα τούτο πλέον
γιγνώσκεις τι εστί
φέρελπι νέε.
Ότε το αναγνώσεις πρόσεξε,
τους λόγους επανέλαβε
ως να ήτο προσευχή.
Ούτος υπήρξεν αγαθός ανήρ
και άκρος πεσσευτής.
























ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ 
ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ


ΣΚΑΚΙ = ΠΕΣΣΟΙ, ΠΕΤΤΟΙ (Ηρόδοτος: «Ιστορία» Α, 94)

ΣΚΑΚΙΣΤΗΣ = ΠΕΣΣΕΥΤΗΣ, ΠΕΤΤΕΥΤΗΣ (Πολύβιος: «Ιστορία» Α, 84)

ΠΑΙΖΩ ΣΚΑΚΙ = ΠΕΣΣΕΥΩ, ΠΕΤΤΕΥΩ (Ηράκλειτος: «Αποσπάσματα» 52)

ΣΚΑΚΙΕΡΑ = ΠΕΣΣΟΝ, ΠΕΣΣΑ (Σοφοκλής: «Αποσπάσματα» 429)

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ  ΣΚΑΚΙΟΥ = ΕΝ ΠΕΤΤΟΙΣ ΝΟΜΟΣ (Αριστοφάνης: «Εκκλησιάζουσαι» 987)

ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΣΙΣ = ΠΕΤΤΩΝ ΘΕΣΙΣ (Πλάτων: «Πολιτεία» Α, 333, β)

ΘΕΩΡΙΑ = ΠΕΤΤΕΥΤΙΚΑ (Πλάτων: «Αλκιβιάδης» Α, 110, ε)

ΤΕΜΑΧΙΟΝ = ΨΗΦΟΣ (Πλάτων: «Πολιτεία» ΣΤ, 487, γ)

ΣΥΛΛΗΨΙΣ = ΑΝΑΙΡΕΙΝ ΤΗΝ ΨΗΦΟΝ (Πολυδεύκης: «Ονομαστικόν» 98)

ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ = ΑΝΤΙΠΑΙΖΟΝΤΕΣ

ΑΛΛΑΓΗ  ΘΕΣΕΩΣ = ΜΕΤΑΤΙΘΕΝΤΑΙ (Πλάτων: «Νόμοι» 903,D)

ΒΑΣΙΛΕΥΣ = ΒΑΣΙΛΕΥΣ (Ηράκλειτος: «Αποσπάσματα» 52)

ΙΠΠΟΣ = ΙΠΠΟΣ (Αριστοτέλης: «Πολιτικά» 1253 α, 7)

ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ = ΠΕΣΣΕΙΟΝ (Σοφοκλής: «Παρά Πολυδεύκη» 7,103)

ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟΣ  ΚΙΝΗΣΙΣ = ΤΙΘΕΝΑΙ ΤΗΝ ΨΗΦΟΝ (Αθήναιος: «Δειπνοσοφισταί» Α, 16,1)

ΚΑΛΛΙΤΕΡΕΥΣΙΣ ΘΕΣΕΩΣ = ΚΡΕΙΤΤΟΝ ΔΙΔΟΝΑΙ (Ευριπίδης: «Ικέτιδες» 409)

ΠΑΡΤΙΔΑ = ΠΑΡΤΙΘΑ (Όμηρος: «Οδύσσεια» Α, 192)

ΡΟΚΚΕ = ΡΟΚΚΑ (= φρούριον επί βράχου)

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ = ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (Οvidius: «Tristia» ii, 477)

J’ ADOUBE = ΠΕΣΣΟΝΕΜΕΩ (Αισχύλος: «Ικέτιδες» 13)

ΤΕΜΠΟ = ΦΕΡΕΙΝ (Πλάτων: «Πολιτεία» ΣΤ, 487, γ)

ZUGZWANG = ΑΠΟΚΛΕΙΝ (Πλάτων: «Πολιτεία» ΣΤ, 487, γ)

ΑΝΟΙΓΜΑ = ΕΙΣΑΓΕΙΝ

ΧΡΩΜΑ = ΧΡΟΑ (Πολυδεύκης: «Ονομαστικόν» 98)

ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΝ = ΠΛΙΝΘΙΟΝ (Πολυδεύκης: «Ονομαστικόν» 98)

ΒΑΡΙΑΝΤΑ = ΜΟΡΦΗ (Ευριπίδης: «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» 195)

ΠΙΟΝΙ = ΠΕΔΟΝ

ΚΑΛΟΣ  ΣΚΑΚΙΣΤΗΣ = ΑΓΑΘΟΣ ΠΕΤΤΕΥΤΗΣ (Πολύβιος: «Ιστορία» Α, 84)

ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΣΚΑΚΙΣΤΗΣ = ΜΕΓΑΣ ΠΕΤΤΕΥΤΗΣ (Αθήναιος: «Δειπνοσοφισταί» Α, 16,ε)

ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ = ΑΚΡΟΣ ΠΕΤΤΕΥΤΗΣ (Πλάτων: «Πολιτικός» 292 Ε)

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ = ΤΕΛΕΥΤΩ (Πλάτων: «Πολιτεία» ΣΤ, 487, γ)

(Κώστας Μπούζας: Σπαράγματα Γραφής, 2008)


Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Στα ίχνη του Θεού

Αποτελεί το κέντρο της θρησκείας. Είναι το υπέρτατο όν. Το άναρχο και αιώνιο Πνεύμα, που δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο. Οι Βοιωτοί, οι Κρήτες και οι Κύπριοι τον είπαν Θιό, οι Λακεδαίμονες Σιό, ενώ από τους Δωριείς απεκαλείτο Θεύς. Είναι ο Θεός, όνομα που προέρχεται, κατά τον Ηρόδοτο, από το θέτω, επειδή τα πάντα θέτει σε τάξη. Από την άλλη μεριά ο Πλάτων υποστηρίζει, ότι αυτό προέρχεται από το ρήμα θέω, που σημαίνει τρέχω, επειδή τα ουράνια σώματα και τα καιρικά φαινόμενα κινούνται πάντα με ταχύτητα.

Η αναζήτησή Του, υπήρξε, το δίχως άλλο, το κεντρικό νόημα της ανθρώπινης ζωής, απ’ τα αρχαία χρόνια. Άγιος ο Θεός, ο πατέρας των όλων, αναφωνεί ο Ερμής ο Τρισμέγιστος, προσευχόμενος. Είναι ο δημιουργός, επόπτης, προνοητής, παντεπόπτης και χορηγός των πάντων, διακηρύσσουν οι Ορφικοί. Είναι το άπειρο κατά τον Αναξίμανδρο, δηλαδή η αθάνατη, ανώλεθρη και πρωταρχική αρχή. Το εν, ολόκληρος ο κόσμος, κατά τον Ξενοφάνη. Ο νους κατά τον Αναξαγόρα, που Τον θεωρούσε ως τον δημιουργό του κόσμου και την κοσμοταξική αρχή. Το απρόσιτο και ανεξερεύνητο κατά τον Ευριπίδη. Το είναι κατά τον Παρμενίδη. Το πρώτο κινούν, δηλαδή η πρώτη ενεργητική κινητική αρχή, που ταυτόχρονα είναι το κινούν ακίνητο, κατά τον Αριστοτέλη. Ο Ηράκλειτος, τέλος, Τον θεωρεί ως τον λόγο, που υποδηλώνει τον ενιαίο κοσμικό νόμο. Ο ίδιος, σ’ ένα απ’ τα περίφημα αποσπάσματά του, ψηλαφεί τις έννοιες: Τι εστί Θεός; Άνθρωπος αθάνατος. Τι δε άνθρωπος; Θεός θνητός.

Η κρίσιμη όμως και καθοριστική καμπή στην αγωνιώδη αυτή αναζήτηση, υπήρξε η έλευση του Θεανθρώπου. Διότι τόσο πολύ αγάπησε τους ανθρώπους ο Θεός, ώστε έστειλε τον Υιό Αυτού, τον μονογενή, να σταυρωθεί για την σωτηρία τους. Και ο απόστολος Ιωάννης, στο Ευαγγέλιό του, διαλαλεί ότι ο Θεός είναι αγάπη. Και έρχεται κι ο απόστολος Παύλος και γράφει στους Κορινθίους, στην πρώτη επιστολή του: “...Η αγάπη δεν φθονεί, η αγάπη δεν ξιπάζεται και δεν φέρεται με αλαζονεία και αυθάδεια. Δεν φουσκώνει από φαντασία και υπερηφάνεια. Δεν πράττει τίποτε το άσχημο, δεν ζητά τα δικά της συμφέροντα, δεν ερεθίζεται από θυμό και οργή, δεν σκέφτεται ποτέ κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν. Δεν χαίρεται, όταν βλέπει να γίνεται κάτι άδικο, χαίρεται δε όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί. Σκεπάζει όλες τις ελλείψεις του πλησίον και δεν τον διαπομπεύει γι’ αυτές. Σχηματίζει ευμενή πεποίθηση υπέρ του αγαπημένου σε όλα. Και όταν ευρίσκεται ενώπιον παρεκτροπών του πλησίον ελπίζει, ότι από όλες αυτές θα διορθωθεί τούτος. Σε όλα δείχνει υπομονή για το πλησίον. Η αγάπη δεν ξεπέφτει ποτέ, αλλά μένει πάντοτε σταθερή και ισχυρή, ακόμη και μετά τον θάνατό μας...”


(K. Mπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2008)

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Η σημερινή εποχή έχει κάτι από τη νύχτα, και μάλιστα την πιο βαθιά. Αυτήν που νιώθεις το σκοτάδι να διεισδύει και να εμποτίζει κάθε κύτταρο του σώματός σου. Κι ύστερα να μένει εκεί, το νοητό αυτό σκότος, δημιουργώντας απραξία, απόγνωση, θάνατο.

Πόλεμοι: αίτια, αφορμές, προβλέψεις, αναλύσεις, φήμες, σενάρια, απειλές. Ύστερα η ζοφερή πραγματικότητα. Πείνα, προσφυγιά, εξαθλίωση, αίμα, Θεέ μου, πόσο αίμα μπορεί να σηκώσει τούτη η γη; Και τρόμος, βουβός κι αβυσσαλέος, να σφίγγει σαν τανάλια την καρδιά. Σπαραγμός κρατών, εθνών, λαών, θρησκειών, ιδεολογιών, ομάδων ανθρώπων.

Και πάνω απ΄ όλα τα συμφέροντα, γεωπολιτικά και οικονομικά. Σφαίρες επιρροής, ζώνες διέλευσης αγωγών πετρελαίου, ζωτικοί χώροι, διάδρομοι επικοινωνίας. Και η πολιτική, με υπολογισμό δυνάμεων, τακτικές κινήσεις, συνδυασμένους ελιγμούς, προωθήσεις στρατού, κατάληψη στρατηγικών σημείων, αποδυνάμωση του αντιπάλου, επίτευξη στόχων...

Κι από την άλλη μεριά, ο άνθρωπος, αυτός που όλοι επικαλούνται, στη γωνία. Πληγωμένος, μόνος, καταδιωγμένος – στο σώμα μα και στην ψυχή – σε έναν κόσμο, που όλο και λιγότερο νιώθει ότι του ανήκει. Ο άνθρωπος που προσπαθεί, με βουβή κραυγή , να φωνάξει, ότι δεν είναι – δεν πρέπει να είναι- ένα πιόνι, ούτε η γη μια τεράστια σκακιέρα. Είναι ψυχή. Έχει αγωνίες, πόθους, όνειρα, οράματα, αγάπη. Και πάνω απ΄ όλα μία θέληση, να ζήσει.

Ο άνθρωπος που πασχίζει, μέσα στη δίνη των καιρών, να θυμηθεί όλα όσα έχει κατακτήσει. Τον πολιτισμό του, τα γράμματα, τις τέχνες,. Την ανθρωπιά. Την κοινωνία που έφτιαξε μέσα από αγώνες κι από αίμα. Και να σηκώσει το κεφάλι ψηλά και να φωνάξει: Είμαι άνθρωπος....Είμαστε άνθρωποι...

(Kώστας Μπούζας, 2015)

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ΔΙΗΓΗΣΗ ΦΩΤΟΣ

Είμαι το φως. Τις ικανότητές μου κάποτε εκτίμησαν και αποστάσεις να μετρήσω μου ανέθεσαν του Σύμπαντος. 
Εύκολη αποστολή, στ’ αλήθεια, θα σκεφτείτε, αφού σαν την ταχύτητά μου άλλη δεν υπάρχει.

Ορίστε. Μονάχα οχτώ λεπτά και να, στην γη σας απ’ τον ήλιο βρέθηκα. Μα και στις άκρες του ηλιακού συστήματος δεν άργησα να φτάσω. Να, για παράδειγμα, δυόμιση ώρες μοναχά και ήμουν στον πλανήτη Ουρανό. Και ύστερα ο Ποσειδών. Μετά απ΄ αυτόν κι ο Πλούτων. Και έπειτα τα όρια δρασκέλισα…

Μαύρο, απέραντο βελούδο και ταξιδιώτης μοναχικός εγώ, ύστερα από πολύ καιρό, το ομολογώ, έφτασα σε αγαπημένους φίλους, τα αστέρια, που ίσαμε τώρα, από μακριά τους χαιρετούσα.

Και πρώτα πρώτα, στον εγγύτατο Κενταύρου. Και στον Βέγα, σε εικοσιέξη χρόνια. Στον Πολυδεύκη, σε τριανταέξη. Στον Αλτεμπαράν, σε εξηνταοκτώ. Στον Βασιλίσκο, σε ογδοντατέσσερα. Στον Μπετελγκέζ, σε πεντακόσια είκοσι. 
Στον Πολικό Αστέρα σ’ εφτακόσια.

Τίποτε πια δεν με κρατούσε και ξεχυνόμουνα στου Σύμπαντος τις τρομερές αβύσσους. Και έσφυζα από ορμή νεανική, που σε τίποτε δεν είχε μειωθεί.

Εκατοντάδες πέρναγαν τα χρόνια. Και χιλιάδες. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα αυτές τις αποστάσεις. Και δεν θα το πιστέψετε, στου Γαλαξία για να φτάσω από την μια την άκρη ως την άλλη, χρόνια περάσαν εκατό χιλιάδες.

Και τώρα που κατάφερα το τέλος του ν’ αγγίξω, μπορούσα να κινήσω για πιο πέρα. Εδώ κοντά, μου είπανε, σ’ αυτή την γειτονιά, ο Γαλαξίας έχει οικογένεια, στενά δεμένη. Κι όνομα έχει εύκολο. Σμήνος, η τοπική ομάδα.

Πάει καιρός που η υποψία αυτή με τριγυρνούσε, μα τώρα είμαι βέβαιος. Η κλίμακα αλλάζει. Κι αυτό το έργο που τότε μου ανέθεσαν, μα το Θεό, αρχίζω ν΄ αμφιβάλλω, αν σ’ αίσιο πέρας πρόκειται να φέρω.

Το λέω αυτό, γιατί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια βλέπω να περνάνε και συγγενή του αγαπητού μας Γαλαξία δεν έχω συναντήσει. Κι είμαι, τι ειρωνεία, μοναχά στην γειτονιά. Παρ’ όλα αυτά, τις μαύρες σκέψεις πνίγω και την άβυσσο ατενίζοντας, κάνω το μόνο που μπορώ. Και προχωρώ….

Δύο εκατομμύρια και διακόσιες χιλιάδες χρόνια, ως την Ανδρομέδα. Και για να την διασχίσω, άλλες χιλιάδες εκατόν πενήντα. Και ήταν μόνο ένας απ΄ τους συγγενείς. Θα πήγαινα σε όλους. Στο νέφος το μικρό του Μαγγελάνου και στο μεγάλο και στους άλλους…

Σαν τέλειωσα, μετά από καιρό, είχα αρχίσει να πτοούμαι, το ομολογώ. Δεν με ικανοποιούσε πια το γεγονός, ότι το σμήνος είχα εξαντλήσει. Πέντε εκατομμύρια χρόνια ξόδεψα γι’ αυτό.

Και είχα δίκιο. Μου είπανε πως τώρα που τελείωσα την γειτονιά ετούτη την μικρή, μια πιο μεγάλη έπρεπε κι αυτή να μετρηθεί. Την ονομάζουν υπερσμήνος τοπικό γαλαξιών. Θάρρος μου έδωσαν. Εν πάση περιπτώσει, είπαν, τοπικό.

Πάσα αλήθεια δεν συνάντησα σε τούτο το ταξίδι. Αστέρια. Νάνους λευκούς. Γίγαντες ερυθρούς. Υπερκαινοφανείς. Και νέφη πολύχρωμα κι εκρήξεις. Και μαύρες τρύπες που τους κόσμους καταπίνουν. Τι φρίκη, ακόμη και το φως. Και τρόμαξα. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα φοβηθεί. Μα όλα τα ξεπέρασα. Και στου υπερσμήνους μας, του τοπικού, τις εσχατιές σαν έφτασα πόσο καιρό, λογάριασα, χρειάστηκα για να το διανύσω. Τα χρόνια, εκατό εκατομμύρια.

Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. Τώρα τ’ ομολογώ, γνωρίζω πως δεν έπρεπε ποτέ μου να δεχτώ να ξεκινήσω. Αυτή η αποστολή απαιτούσε μια ολόκληρη ζωή. Μα απ΄ την άλλη, μια πού χα φτάσει ως εδώ, δεν το βαστούσε η καρδιά μου να εγκαταλείψω. Ίσως και νάταν, ποιος το ξέρει, ο άθλος που μου ανήκε, ο προσωπικός.

Και τότε δυναμωμένος απ΄ την δεύτερη απόφαση, σαν έτοιμος από καιρό, τις γειτονιές ξεπέρασα και για τις μακρινές τις αποστάσεις κίνησα. Ήθελα να ανακαλύψω νέους κόσμους. Σαν εξερευνητής των σύγχρονων καιρών. Δεν μ’ ενδιέφεραν τα βάσανα κι οι κόποι…

Δεκαπέντε δισεκατομμύρια τα χρόνια, απ’ τη στιγμή που έχω ξεκινήσει και πάλι αμφιβάλλω, αν στου Σύμπαντος τα όρια κοντεύω. Μου είπαν, βλέπετε, πάνω από δισεκατομμύρια εκατό οι γαλαξίες του πως είναι. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Κι όχι μονάχα αυτό. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν άραγε, στ’ αλήθεια, όρια υπάρχουν. Κι ούτε κανείς μπορεί να είναι βέβαιος, πως το Σύμπαν τούτο είναι το μοναδικό.

Για την απεραντοσύνη του εύχομαι, ταξιδευτής εγώ, σε κόσμο μέγα και λαμπρό. Ευλογημένη η στιγμή που κίνησα. Και η πορεία. Κι ο θάνατός μου, αν υπάρχει, κι αυτός ευλογημένος. Ανάδυση, το δίχως άλλο, θάναι σ’ άλλον ουρανό.

Είμαι το φως. Στο απώτερό μου παρελθόν, του Σύμπαντος τις αποστάσεις μου αναθέσαν να μετρήσω. Όταν ξεκίνησα δεν ήμουν παρά ένας αφελής. Σαν πάλεψα να προχωρήσω, ο αγωνιστής. Κι όταν του ταξιδιού με συνεπήρε η μαγεία ο εξερευνητής. Τώρα πια είμαι ο ταπεινός προσκυνητής, απ’ τη στιγμή που μπόρεσα, την έννοια του άπειρου κι αιώνιου ν’ αγγίξω…

(Κώστας Μπούζας, 2008)

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ

Ξανθό λουλούδι,
λικνίζεσαι στη λύρα του Ορφέα
και καρτεράς κάποιες πομπές του Διονύσου,
για να στολίσεις τα μαλλιά του Σάτυρου
που θα σε δρέψει πρώτος.

Πες μου.
Ξέρεις πως λέγεται η αναζήτηση,
όταν δεν ξέρεις τι γυρεύεις;
Δεν έχει όνομα.
Ξέρεις πως λέγεται αυτό που ψάχνεις,
όταν δεν ξέρεις πως θα φτάσεις ως εκεί;
Δεν έχει όνομα.

Ξανθό λουλούδι
με της αυγής το ουράνιο τόξο τυλιγμένο,
μη συντονίζεσαι μ’ ανάσες που γλιστρούν στο χώμα,
γιατί θα ΄ρθει καιρός που η γύρη θα ΄ναι η ευλογία
κι εσύ ναός της ομορφιάς,
η μήτρα της αρχέγονης ζωής,
μικρός Θεός ενός ακόμα νέου κόσμου.

(Κ. Μπούζας: Κοντά στις Μούσες, 1997)


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Κοντά στις Μούσες

Κι όταν η Θεογέννητη Κλειώ
τον πάπυρο ξεδίπλωσε για να εξιστορήσει,
οι Μούσες οι υπόλοιπες τα δυνατά τους βάλαν.

Τότε τριγύρω μέθυσε της Ευτέρπης ο γλυκόλαλος αυλός,
της Τερψιχόρης τα κρινένια δάχτυλα ασπάστηκαν τη λύρα
και το κορμί της Ερατώς κυρίεψε φλόγα γλυκιά,
το διέτρεξε αρχέγονος παλμός
και με πανάρχαια γλώσσα,- γλώσσα χορού-, διηγήθηκε.....

Κλονίστηκε τότε ο Όλυμπος ο χιονοσκέπαστος
μπροστά στο άκουσμα το ανείπωτο
κι ο Ίμερος για μια στιγμή γνήσια νόμισε την ομορφιά του.
Τότε.....
η Θάλεια που από πάντα κωμωδεί εγέλασε
κι η Μελπομένη γνωρίζοντας πως όλα πάνε πάντα δυο,
έφτιαξε τραγωδία.
Κι έπειτα.....
Κι έπειτα η Μούσα η Πολύμνια διηγήθηκε.....

Να ήταν όνειρο;.....Κατάπληξη.....
Ο Ελικών στον ουρανό υψώθηκε
και φάνηκε ο Πήγασος που αλύπητα τον χτύπαγε
με τ’ ακροπέταλά του.
Κι η Ιπποκρήνη,
του Ποσειδώνα του αφέντη της την εντολή γνωρίζοντας,
σημαδιακά ανάβλυσε.

Και τότε.....αχ τότε.....
η Ουρανία κι η Καλλιόπη οι Θεόπνευστες
ποίηση φτιάξαν.....

Αυτά διηγήθηκε μια μέρα ο Ησίοδος
κι όρκο βαρύ ορκιζόταν πως η Κλειώ γραμμένα τα ΄δωσε,
μαζί με μία δάφνη
και με το χρίσμα το Θεϊκό του ποιητή.....

(Κ. Μπούζας: Κοντά στις Μούσες, 1997)